Σουίτες του Bach και τσαρλατάνοι

Όπως μου επισημάνθηκε σε πρόσφατο σχόλιο, εδώ και αρκετό καιρό κάποιος Martin Jarvis ισχυρίζεται ότι οι σουίτες για τσέλο του Bach δεν είναι συνθέσεις του ιδίου του Bach αλλά της γυναίκας του, της Άννας Μανταλένας. Φυσικά αυτός ο γελοίος ισχυρισμός έχει απασχολήσει περισσότερο τα ΜΜΕ παρά τη μουσικολογική κοινότητα. Διατηρώ μία επιφύλαξη για το ενδεχόμενο να γράφει ο κύριος Jarvis κάτι σοβαρότερο στο διδακτορικό του από αυτά που μεταφέρονται στα ΜΜΕ (πράγμα απίθανο, όπως θα φανεί), αλλά, αφού το διδακτορικό του δεν είναι διαθέσιμο, δεν μπορώ να σχολιάσω παρά τα όσα μέχρι στιγμής διαδίδονται. [Για συνδέσμους προς τα διαδιδόμενα βλ. σελ. 2]

Στην προκαταρκτική απάντησή μου ανέφερα ήδη ότι ο Jarvis δεν είναι μουσικολόγος: είναι βιολονίστας και βιολίστας, μαέστρος της τοπικής ορχήστρας σε ένα μικρό άσημο επαρχιακό Αυστραλιανό πανεπιστήμιο που για μουσική δίνει μόνο bachelor οργάνων και ένα προπτυχιακό πρόγραμμα “for students who have little formal musical training but wish to become community musicians”. Αυτό από μόνο του δεν είναι η ουσία, δεν αποτελεί αντίκρουση, και δεν αποκλείει να αληθεύουν τα λεγόμενα του Jarvis – δίνει όμως κάποια προοπτική για το ποιός είναι και γιατί ίσως κάνει αυτό που κάνει. Ουσία είναι ότι τα λεγόμενα και η συμπεριφορά του επιδεικνύουν πλείστα όσα χαρακτηριστικά αυτού που θα ονομάζαμε ψευδοεπιστήμη.

Επί της ουσίας λοιπόν:

«Bach and Anna Magdalena are believed to have had very similar writing.»

Οι διαφορές είναι μικρές αλλά υπαρκτές – και γνώριμες, μιά και για τα έργα για σόλο βιολί έχει σωθεί τόσο το χειρόγραφο του JS όσο και το αντίγραφο της ΑΜ.

«The documentation of Johann Sebastian’s life, particularly in his early years, is sparse at best». «Consequently, his private life is shrouded in a kind of mystery, and the fact is that much of what has been written about Johann Sebastian’s domestic situation is also at best, highly educated conjecture.»

Πρόκειται για τη λογική πλάνη που ονομάζεται argumentum ad ignorantiam. Η έλλειψη στοιχείων είναι απλώς έλλειψη στοιχείων: δεν μπορεί να αποτελεί υποστήριξη κάποιας προσωπικής αβάσιμης υπόθεσης ή φαντασίωσης.

«I don’t doubt that the ‘cello suites’ are not written by Johan Sebastian». «If this really is the case, and I am certain that it is, we will need to re-write the history of music, which is why there is so much resistance to my work».

Συστατικό της επιστημονικής μεθόδου είναι ο έλεγχος και η επιβεβαίωση ή η διάψευση από ανεξάρτητους ερευνητές. Πριν γίνει αυτό, οι επιστήμονες δεν διανοούνται να ξεστομίσουν αμετροεπείς μεγαλοστομίες του τύπου “δεν αμφιβάλλω ότι οι σουίτες για τσέλο δεν γράφτηκαν από τον JS” ή του τύπου “είμαι βέβαιος πώς είναι έτσι, άρα θα πρέπει να ξαναγράψουμε την ιστορία της μουσικής”, πολλώ μάλλον του (παρανοϊκού) τύπου “γι’αυτό υπάρχει τόση αντίσταση απέναντι στη δουλειά μου”.

(Για το πώς αντιλαμβάνεται την επιστημονικότητα ο Jarvis, που περηφανεύεται ότι είναι γιός αστυνομικού και εφάρμοσε τεχνικές της εγκληματολογίας: παρουσίασε τα υποτιθέμενα ευρήματά του στη Μελβούρνη, σε συνέδριο εγκληματολόγων, όχι μουσικολόγων -οι πρώτοι είναι που τα βρήκαν «so successful», όχι οι δεύτεροι- και σε συμπόσιο που οργάνωσε στο δικό του πανεπιστήμιο…)

«If the music was really written by Johann Sebastian Bach, why should there be the need for so many different versions of the Six Cello Suites?»

Εξαιρετικό ψευδοεπιχείρημα. Η ύπαρξη πολλαπλών σύγχρονων εκδόσεων από διάφορους επιμελητές και ‘επιμελητές’ είναι γεγονός (ενίοτε και πληγή), γεγονός όμως που ισχύει για όλα τα διάσημα έργα – απολύτως άσχετο με την πατρότητα ενός έργου.

«Yo Tomita, a Bach scholar based at Queen’s University in Belfast, described the findings as “highly important”».

Εξαιρετική και πάλι η προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων. Ο μπαχολόγος Tomita ‘έδειρε’ τον Jarvis σε πρόσφατο συμπόσιο, σε βαθμό που να κάνει τον δεύτερον να δηλώσει ότι αισθάνεται σαν τον Γαλιλαίο σε δίκη (άλλο αγαπημένο σόφισμα των ψευδοεπιστημόνων, που αρέσκονται να καταφεύγουν στο ότι, όπως και τον Γαλιλαίο δεν τον αποδέχονταν, το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και για τα δικά τους μυθεύματα).

«Anna Magdalena appeared in the German composer’s life earlier than widely believed, which was late in 1720 or in 1721. Prof Jarvis said he had found handwriting that showed she was in Bach’s household in early 1720, and perhaps even as early as 1713.»

Η προηγούμενη γυναίκα του Bach πέθανε το καλοκαίρι του 1720. Το «αρχές του 1720» για την Άννα Μανταλένα και το «ίσως» 1713 δεν μας λένε απολύτως τίποτα. Ο JS, που παντρεύτηκε την ΑΜ το 1721, προφανώς δεν την γνώρισε την παραμονή του γάμου τους: τραγουδίστρια στην περιοχή που δούλευε κι ο JS ήταν. Ο Jarvis πλάθει το εντελώς αστήριχτο σενάριο ότι ήταν μαθήτρια του JS στη σύνθεση (και κατόπιν «βοηθός του» στη σύνθεση – ήθελε και βοηθούς στη σύνθεση ο Bach!). Αν η ΑΜ σύχναζε στο σπίτι του JS νωρίτερα από ό,τι γνωρίζουμε, γιατί αυτό να σημαίνει ότι έκανε μαθήματα συνθέσεως (πράγμα για το οποίο δεν υπάρχει καμμία ένδειξη) και όχι πρόβες φωνητικών έργων (που ήταν η δουλειά της); Κι αν ο Bach την είχε μαθήτρια από το 1713, που ισχυρίζεται ο Jarvis, μάλλον δεν θα περίμενε να έρθει το 1722 (πρώτο ‘τετράδιο’ ΑΜ) για να θυμηθεί να της κάνει μαθήματα τσέμπαλου…

«He said that he did not think that it was right to portray Anna as a simple woman who was only good for having babies and accurately copying Bach’s manuscripts.» «My conclusions may not be wholly accurate. But the way in which tradition has put Anna Magdalena into this pathetic role … is rubbish».

Αυτή είναι η δική του παραπλανητική εικόνα για το πώς βλέπουμε την ΑΜ. Τα στοιχεία λένε ότι ήταν μιά εξαίρετη τραγουδίστρια (από οικογένεια μουσικών και αυτή), που ήδη στα είκοσί της χρόνια έπαιρνε τον κορυφαίο μισθό μουσικού και κέρδιζε σχεδόν όσα και ο Bach.

«The fact that some of Bach’s most significant works do not exist in his handwriting but in the handwriting of, for example in the case of the Cello Suites, Anna Magdalena his second wife, we are left with a mystery and a question: why is this so?»

Ατυχώς πολλοί δεν βλέπουμε κανένα «μυστήριο» στην υπόθεση. Βλέπουμε μια οικιακή βιοτεχνία η οποία δούλευε με μεγάλη πίεση χρόνου και στην οποία βοηθούσαν όλοι όσοι μπορούσαν.

«In 2001, I deconstructed the cello pieces and came up with 18 reasons why they weren’t written by Bach».

Εδώ ο Jarvis θυμίζει τις φαιδρές καταμετρήσεις του δικού μας Γ.Γ. Παπαϊωάννου (βλ. σχετικό άρθρο μου). Ποιοί είναι άραγε αυτοί οι 18 λόγοι; Ανάλογα με το πώς μετράω, μπορώ κι εγώ να επισημάνω από 18 έως 1018 λόγους για το ότι είναι έργα του Bach.

«The great Australian composer, Peter Sculthorpe, he looked at some of my work and he said, “Martin, the father of western music has just become the mother of western music.”»

Και πάλι σαν τα φαιδρά του Γ.Γ.Π. (που τα βεβαιώνει η αδερφή του και ο δάσκαλός του). Αφού το λέει ο Sculthorpe, δεν μπορεί παρά να είναι έτσι…

«Jarvis said that he analysed handwriting in as many manuscripts as he could with the help of forensics laboratory, and compared the manuscripts attributed to Bach to a known sample of Anna Magdalena’s own handwriting. His efforts helped him identify Anna’s input in a number of manuscripts.» «I also discovered that the only complete manuscript from the time for the Cello Suites was a manuscript in the hand of Anna Magdalena, and that the original manuscript in the hand of Johann Sebastian had vanished.»

Τώρα το «ανακάλυψε» ο θλιβερός ‘επιστήμων’, αξιοποιώντας «επιστημονικές τεχνικές της σύγχρονης εγκληματολογίας» (για να εντυπωσιάζει τους αδαείς); Στην πρώτη έκδοση των απάντων του Bach (Bach-Gesellshaft) αναφέρεται ότι «δεν υπάρχει χειρόγραφο του Bach, αλλά μόνον ένα χειρόγραφο της δεύτερης γυναίκας του Άννας Μανταλένας». Αυτά το 1879…

«He points to what he regards as the uniquely symmetrical nature of the work, and to the fact that the manuscripts included many corrections and adjustments, suggesting that they were original composing scores.» «When you examine Bach’s other music there is no structural symmetry present in that sense».

Συμμετρίες υπάρχουν πάμπολλες, σε πολλά έργα του Bach. Το αντίγραφο της ΑΜ για τις σουίτες για τσέλο βεβαίως και μπορεί να έχει διορθώσεις, όπως είναι αναμενόμενο όταν θέλεις να κάνεις ένα καθαρογραμμένο επίσημο αντίγραφο. Ιδού ένα δείγμα αυτού του αντιγράφου – όποιος νομίζει ότι αυτό μπορεί να είναι χειρόγραφο κάποιου που εκείνη τη στιγμή δημιουργεί τη σύνθεση είναι πολύ απλά παράφρων (ή εντελώς ξετσίπωτος):

vc2am

Ένα τέτοιο χειρόγραφο δεν έχει καμμία σχέση με το πώς είναι ένα χειρόγραφο συνθέτη όταν αυτός φτιάχνει τη μουσική του. Αν ο κ. Jarvis δεν ξέρει πώς είναι αυτό, να τον βοηθήσουμε εμείς. Ιδού, σε αντιπαραβολή με το προηγούμενο, δείγματα από πραγματικά «original composing scores» του Bach και του Handel (εμφανές το γιατί κατόπιν χρειάζεται η συνδρομή αντιγραφέα – «μυστήριο» μόνο για κρετίνους όπως ο Jarvis):

bachmsc105

handelmsmessiah
[Καντάτα 105 και Μεσσίας. Κλικ για μεγέθυνση]

«Certainly in the first suite, the movements are short and very simple, in comparison with the first movement of the violin works. And I couldn’t understand why».

Πρόκειται για αισχρό ψεύδος: αν δείτε τους χρόνους σε CD, είναι παρόμοιοι (με εξαίρεση φυσικά τη μνημειώδη Chaconne). Αλλά ναι, συγκριτικά οι σουίτες για τσέλο είναι πιο απλές από τις σονάτες και παρτίτες για σόλο βιολί. Μόνο που, αντίθετα με τον βλαμμένο ή απατεώνα Jarvis, κάποιοι άλλοι μπορούμε να «αντιληφθούμε γιατί»: γιατί το βιολί είναι πιο ευέλικτο και ήταν εξ αρχής σολιστικό όργανο, με ανεπτυγμένη τεχνική και ρεπερτόριο πολύ πριν την εποχή του Bach, ενώ το τσέλο, ως μπάσο και ως πιο δυσκίνητο, ήταν αφιερωμένο στο ρόλο του κοντίνουο και άρχισε να αναδεικνύεται ως σολιστικό όργανο μόνο στη γενιά του Vivaldi.

Προχωράμε στα πραγματικά ανέκδοτα…

«His fascination with the authenticity of Bach’s work started in 1971 as a 19-year-old viola student at London’s Royal Academy of Music. While playing the first of Bach’s cello suites -transposed up an octave- the young Jarvis was struck by how little this new music sounded like Bach.» «Its structure and use of musical language did not fit with any of Bach’s other work. The handwriting was also inconsistent.» «It doesn’t sound musically mature. It sounds like an exercise, and you have to work incredibly hard to make it sound like a piece of music.»

Βεβαίως «ακούγονται σαν άσκηση, και πρέπει να δουλέψεις απίστευτα σκληρά για να τα κάνεις να ακούγονται σαν μουσική» – ιδιαίτερα αν παίζεις βιόλα… Οι προσωπικές εντυπώσεις και προκαταλήψεις, όμως, δεν είναι μουσικολογία. Aς πάρουμε μιά μικρή γεύση του πόσο «λίγο» ακούγονται σαν Bach:

[Πρελούδιο της 2ης σουίτας για τσέλο – παίζει ο Jaap ter Linden]

Αντίθετα με τις βλακώδεις δηλώσεις του Jarvis, πρόκειται για ωριμότατα έργα, με σήματα κατατεθέντα του Bach, όπως την καταπληκτική ανέλιξη και την εξίσου καταπληκτική συνοχή, τις πολυεπίπεδες γραμμές, τη σαφή και σοφή αρμονία, την ευφάνταστη χρήση συγχορδιών 7ης ή τη στρατηγικότατη χρήση ψηλών και χαμηλών σημείων. Κανείς δεν έγραφε έτσι τότε – πόσο μάλλον μιά νεαρή συνθέτρια (οι σουίτες για τσέλο χρονολογούνται περ. 1720, η ΑΜ γεννήθηκε το 1701).

Επιπλέον, τόσο ο C.P.E. Bach όσο και μαθητές του JS έχουν γράψει λεπτομερώς (και με μεγάλη περηφάνεια) για τα του οίκου των Bach. Αν έγραφε μουσική και η ΑΜ, είναι αδιανόητο να μην το έχει αναφέρει ούτε ένας.

«His final breakthrough came when he obtained a copy of a manuscript. Applying forensic analysis, he examined it thoroughly and found the inscription “Ecrite par Madam Bachen” on the manuscript’s cover in the handwriting of a musician friend of Bach’s. The word means “written by,” not “copied by.”»

Εδώ η χυδαιότητα ξεπερνά κάθε όριο. Πρώτον, «ecrire» στα γαλλικά σημαίνει «γράφω», με όλες τις έννοιες που έχει και στα ελληνικά – όχι απαραίτητα «συνθέτω». Όταν π.χ. ο Couperin λέει το 1716 «nous ecrivons differement de ce que nous executons», δεν εννοεί βέβαια «συνθέτουμε διαφορετικά από ότι εκτελούμε». Δεύτερον και χυδαιότερον, το ίδιο χέρι που στο εξώφυλλο αυτού του (μεταγενεστέρου) αντιγράφου έχει σημειώσει “ecrite par Madame Bachen”, έχει σημειώσει προηγουμένως και “composée par Sr. J. S. Bach“. Ιδού το δήθεν αποκαλυπτικό στοιχείο (που για τον ηλιθιότερο του Κλουζώ ντετέκτιβ Jarvis χρειάστηκε, λέει, «ενδελεχή εξέταση» και «εγκληματολογική ανάλυση»):

Violin & Cello Suites front cover

Και κάτι ακόμα. Από την εποχή του Bach υπάρχουν δύο αντίγραφα για τις σουίτες για τσέλο: αυτό της Άννας Μανταλένας και αυτό του Kellner. Τα χαρτιά έχουν υδατόσημα. Από τα υδατόσημα έχει βρεθεί ότι το δήθεν «original composing score» της ΑΜ είναι σε χαρτί που κυκλοφορούσε στη Λειψία μεταξύ 1727 και 1731, ενώ το αντίγραφο του Kellner είναι προγενέστερο.

Δεν έχω άλλες ερωτήσεις κύριε πρόεδρε…

________________

Προσθέτω και μερικά λόγια για ένα κάπως παλαιότερο ψευδομουσικολογικό κρούσμα, μεταφέροντας εδώ την απάντησή μου στην ερώτηση αν αληθεύει ότι ο Μπαχ έγραψε τη Chaconne για το θάνατο της πρώτης του γυναίκας.

Είναι γοητευτικό, και χρονολογικά πιθανόν ταιριάζει, αλλά είναι ατεκμηρίωτη φαντασίωση της Helga Thoene, συνταξιούχου γερμανίδας καθηγήτριας βιολιού. Η Thoene ασχολείται με την (εντελώς αντιεπιστημονική) “αριθμολογία”, που μπορεί να παράγει ό,τι αποτελέσματα θέλεις όταν διαλέγεις ό,τι θέλεις. Ιδού δείγμα:

Α (λα) = 1, Β (σι ύφεση) = 2, C (ντο) = 3, As (λα ύφεση) = 1+18 (κ.ο.κ.). Με αυτή τη μετατροπή των γραμμάτων σε αριθμούς, τα αθροίσματα των φθόγγων των πρώτων μέτρων από όλες τις Σονάτες και Παρτίτες για σόλο βιολί είναι 172, 350, 112, 85, 22, 220, και το συνολικό τους άθροισμα είναι 961, που κατά την Thoene είναι και το άθροισμα των τριών πρώτων φράσεων του Πιστεύω στα λατινικά (390, 207, 364).

Γιατί άραγε ειδικά τα πρώτα μέτρα; Γιατί άραγε το ότι 172+350+112+85+22+220 ισούται με 390+207+364 να είναι κάτι παραπάνω από σύμπτωση; (Αν τα πρώτα μέτρα παρήγαγαν τους ίδιους αριθμούς και όχι απλώς το ίδιο άθροισμα, να το συζητούσαμε.) Και γιατί ειδικά το Credo και όχι οποιοδήποτε άλλο κείμενο που να τυχαίνει να παράγει το ίδιο άθροισμα; (Γιατί έτσι θέλει η Thoene.) Κι αν το Credo, γιατί άραγε στα λατινικά (των καθολικών) ενώ ο Μπαχ ήταν διαμαρτυρόμενος; (Γιατί μάλλον στα γερμανικά δεν θα της βγαίναν τα νούμερα…)

Με τέτοιες “μεθόδους” βρίσκει ότι στη Chaconne “εμπεριέχονται” 15 χορικά σχετικά με τον θάνατο. Αν έχεις αποφασίσει ότι υπάρχουν, θα βρεις τρόπο να τα βρεις. Δεν υπάρχει όμως καμμία πραγματική μαρτυρία ότι ο Μπαχ σκεφτόταν έτσι – πέρα από άμεσους συμβολισμούς που δεν χρειάζονται δέκα μέρες για να τους υπολογίσεις, π.χ. 10 επαναλήψεις κάποιου στοιχείου σε ένα κομμάτι που αναφέρεται στις 10 εντολές.

Πέρα από την έλλειψη σχετικών μαρτυριών, η υποκειμενική ταπεινή μου άποψη (ή ίσως όχι και τόσο ταπεινή, μετά από 25 χρόνια ενασχόλησης με το πώς είναι η μουσική του Μπαχ και πώς φτιαχνόταν) είναι ότι ο JS παραήταν μουσικός και παραήταν busy για να αναλώνεται σε τέτοιας εκτεταμένης μορφής παράνοιες.

___________________

20-21/11/08 & 9/12/08
https://panadam.wordpress.com/