Καντέντσες

Oι κλασικές καντέντσες αποτελούν ρήγμα στην κανονική ροή του κομματιού, ένα είδος ‘σασπένς’ (πάνω στη δεσπόζουσα ή το πτωτικό 6/4) πριν από την επανεμφάνιση θέματος. Σε αυτό το αυτοσχεδιαστικό ρήγμα η όλη ιδέα είναι ότι αναστέλλεται το τέμπο και το μέτρο, και καθυστερεί -άγνωστο πόσο- το αναμενόμενο γεγονός (γι’ αυτό, αν πρόκειται για το σόλο σε ένα κοντσέρτο, όλα τα άλλα όργανα έχουν πάντα κορώνα και παύση). Quantz 1752: στις καντέντσες «σπάνια τηρείται το κανονικό μέτρημα – μάλιστα, δεν πρέπει να τηρείται». Turk 1789: «κάθε καντέντσα […] πρέπει να παίζεται σαν να ήταν μιά φαντασία» [= έμπνευση εκείνης της στιγμής, με διάφορες ιδέες, χωρίς σταθερό τέμπο και μέτρο]. Έτσι δεν τίθεται ζήτημα σωστού «υπολογισμού», ιδίως στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν μεγάλες ομάδες από νότες, οι αξίες των οποίων δεν εννοούνται κατά γράμμα (και γι’ αυτό πολλές φορές γράφονται με μικρές νότες) – βλ. π.χ. την καντέντσα του Mπετόβεν:

[κλικ στις εικόνες για μεγέθυνση]

(Σημ.: τα τρία πρώτα 32α είναι η κατάληξη της τρίλλιας.)

Στην καντέντσα του Παγκανίνι η πρώτη φιγούρα δεν είναι παρά μιά διατονική σκάλα (Mι μείζων, δηλ. δεσπόζουσα της Λα) που αρχίζει από το χαμηλό μι: δεν σημαίνει ότι το φα δίεση που ακολουθεί είναι ισχυρό 32ο, ή ότι τα φερόμενα ως 32α θα είναι ίσα μεταξύ τους και διπλάσιας ταχύτητας από τα φερόμενα ως 16α, αλλά απλώς μιά γρήγορη, μάλλον επιταχυνόμενη, σκάλα προς το ψηλό μι μετά από μια σχετική στάση στο χαμηλό μι.

________________________

15-7-2007, στο φόρουμ του ηλ. περιοδικού “Ταρ”.
https://panadam.wordpress.com/