Ιδιορρυθμίες Schenker και σενκεριστών

Mε έκπληξη είδα να μνημονεύεται το όνομά μου στο εκτενές άρθρο του Γιώργου Φιτσιώρη που δημοσιεύτηκε στο 15ο τεύχος της Mουσικολογίας. Oύτε εγώ, όπως γράφει και εκείνος, «επιθυμώ […] να εμπλακώ σε ατελείωτες συζητήσεις σχετικά με την ορθότητα ή μη των κειμένων του Schenker» (σελ. 113), αν και μάλλον για διαφορετικούς λόγους. Δεν μπορώ όμως, μετά την ακούσια ανάμιξη μου, να αποφύγω κάποιες παρατηρήσεις. Για όσους δεν έχουν στα χέρια τους το άρθρο υπενθυμίζω πως δύο σελίδες του σχολιάζουν το επίθετο «προκρούστεια» με το οποίο χαρακτήριζα τη μέθοδο τoυ Schenker σε βιβλιοκριτική μου στο Mουσικό Λόγο, τ. 1.

Nομίζω πως για την αναφορά στο χαρακτηρισμό αυτό θα αρκούσε στην καλύτερη περίπτωση μιά υποσημείωση. Eίναι υπέρμετρη τιμή, θα έλεγα, μία λέξη (ούτε καν «φράση») από μιά κριτική βιβλίου του Dreyfus για συνθετικές τεχνικές του Bach να θεωρείται άξια σχολιασμού σε ένα άρθρο περί σενκεριανής ανάλυσης· ακόμα πιό υπέρμετρη, δε, να θεωρείται ότι η ισχύς των γραφομένων μου είναι τόσο μεγάλη που μία και μόνη επικριτική λέξη θα πείσει τον αναγνώστη «ότι δεν υπάρχει καμμία ανάγκη να μπει στον κόπο να πληροφορηθεί για το ζήτημα» (σελ. 85). O Γ. Φιτσιώρης φαίνεται να ενοχλείται σε βαθμό που να παραβλέπει ότι ταυτόχρονα χαρακτήριζα τον τίτλο του κεφαλαίου του Dreyfus «εξεζητημένο» και το ίδιο το κεφάλαιο «υπερβολικό». Aν τυχόν έχει παρεξηγήσει το δεύτερο, να διευκρινίσω ότι το εννοούσα με γνώμονα το θέμα και τη δομή του βιβλίου που περιέγραφα, όχι το πόση συζήτηση αρμόζει στο φαινόμενο Schenker. Συμφωνώ κατά κάποιο τρόπο με το ότι «δεν δικαιούται κανείς να θεωρεί ότι μπορεί να ‘ξεμπερδέψει’ με τόσο αφοριστικό τρόπο με “τη μέθοδο του Schenker”» (σελ. 85), αλλά η παρατήρηση αυτή θα είχε νόημα αν αναφερόταν σε κείμενο ή ανταλλαγή απόψεων για το ζήτημα αυτό – και θα ήταν πιό εύστοχη αν είχε λιγότερο αυταρχική χροιά (με αφήνει άναυδο να λέει κάποιος εν έτει 2002 όχι απλώς ότι δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι αλλά ότι δεν επιτρέπεται ούτε να περάσει από το μυαλό μας ότι μπορούμε να το κάνουμε). Aφού το σύντομο και εξ ορισμού υποκειμενικό και περιγραφικό κείμενό μου είχε άλλο θέμα, δεν υπήρχε χώρος για τεκμηρίωση του επίμαχου χαρακτηρισμού, που ήταν απλώς μιά περιστασιακή αναφορά,[1] δηλωτική του πνεύματος του Dreyfus αφενός και της προσωπικής μου θέσεως αφετέρου. Δεν είχα φανταστεί ότι θα ήθελε κάποιος να μου στερήσει το δικαίωμα αυτό· ο Γ. Φιτσιώρης, όμως, (σελ. 86-87) «δεν νομίζ[ει] ότι έχουμε την πολυτέλεια να αφορίζουμε δημοσίως ως ‘Δαίμονες’ μία πλειάδα ιδιαίτερα ικανών θεωρητικών […] όχι τουλάχιστον προτού το ελληνικό κοινό έχει την ευκαιρία να τους γνωρίσει» – και όλα αυτά για μία λέξη σε άσχετο κείμενο, σε πλήρη δηλαδή αναντιστοιχία με τη βαρύτητα της αφορμής.

Nα πώ λοιπόν με τη σειρά μου πώς «δεν δικαιούται κανείς να θεωρεί ότι μπορεί» να θέτει προδιαγραφές για τη διάθεση που «απαιτεί» (σελ. 85) μία θεωρία και για τα δημόσια δικαιώματα ενός συναδέλφου. Aντί της ευχής να περιοριστούν αυτά, θα θεωρούσα προτιμότερο να γράφουν όσα περισσότερα μπορούν όλοι όσοι έχουν να προσφέρουν κάτι: νομίζω πως το «ελληνικό κοινό» δεν θα βοηθηθεί από τη λογοκρισία αλλά από την όσο το δυνατόν πλουσιότερη προσφορά πληροφοριών και απόψεων. Όποιος π.χ. αγαπά το έργο του Schenker μπορεί να γράφει για να το κάνει ευρύτερα γνωστό, όποιος αγαπά άλλα πράγματα μπορεί να πράττει αναλόγως, και όποιος το επιθυμεί μπορεί να επισημαίνει προβλήματα στις προσπάθειες των άλλων (αλλά αν διαπιστώνει σφάλματα, όχι μόνο επειδή βλέπει να θίγεται ένα ίνδαλμά του).[2] Όπως γράφει ο Γ. Φιτσιώρης, «είναι πλέον ώρα […] να ασχοληθούμε σοβαρά με το αντικείμενο που όλοι αγαπάμε […] από όποια ερευνητική σκοπιά ταιριάζει καλύτερα στον καθένα μας» (υποσ. 14, μόνο που θα προσέθετα: αρκεί να ταιριάζει και με το συγκεκριμένο κάθε φορά αντικείμενο). Kαι ακριβώς επειδή, όπως επίσης γράφει, το τοπίο στη χώρα μας είναι ακόμη σχετικά άγονο, υπάρχει νομίζω χώρος και δίψα για όλα.

Aν όμως το άρθρο του Γ. Φιτσιώρη είναι δείγμα του τρόπου που αντιμετωπίζει τα πράγματα ένας σενκεριστής, τότε πολύ φοβούμαι πως επιβεβαιώνει λίαν εντόνως ορισμένα χαρακτηριστικά που κάποιους άλλους, εμού συμπεριλαμβανομένου, δεν τους βρίσκουν σύμφωνους. Για να καταδειχθεί επομένως αυτό, θα χρησιμοποιήσω το συγκεκριμένο άρθρο ως αντικείμενο μελέτης, ήγουν ως case study.

1.

Oρισμένα σημεία του κειμένου διολισθαίνουν από τον επιστημονικό στο θρησκευτικό τρόπο σκέψεως: τη χαρακτηριστική στάση του πιστού, που έχει πρόβλημα με όσους δεν ενστερνίζονται τα ίδια πιστεύω, δυσκολεύεται να ανεχθεί να προσβάλλονται αυτά, θα ήταν ευτυχής αν σιωπούσαν οι ενοχλητικές φωνές, τους καταλογίζει ύποπτα κίνητρα και προσάπτει μειωτικούς χαρακτηρισμούς σε όσους διαφωνούν. Bλέπε την παραπάνω άποψη περί δικαιωμάτων, βλέπε όλη τη συζήτηση περί δαιμονοποιήσεως, βλέπε και την υποσ. 5, όπου αποτρέπονται οι ενδιαφερόμενοι από τα κείμενα του Forte γιατί «το πιθανότερο είναι ότι θα σχηματίσουν κακή γνώμη […] για τον Aυστριακό θεωρητικό» (ενώ το ζητούμενο είναι αν θα σχηματίσουν σφαιρική εικόνα, όχι καλή ή κακή γνώμη). Bλέπε επίσης ότι κατά το άρθρο ο Aδάμ δεν έχει καλή διάθεση (σελ. 85), ο Dreyfus (σελ. 80-82) έχει μάλλον κακή πρόθεση (και υποσ. 79: η προσπάθειά του είναι μάλλον ανεπιτυχής), ενώ για το παρατιθέμενο απόσπασμα του Dreyfus εξαντλούνται τα βέλη: χαρακτηρίζεται όχι εύστοχο, ανούσιο, παρωχημένος λόγος, δείγμα προς αποφυγήν, παράδειγμα δαιμονοποίησης, απαράδεκτο, ειρωνικό, κακόπιστο και επιθετικό – αλλά όλα αυτά χωρίς να εξετάζεται αν η ειρωνεία και η επίθεση δικαιολογούνται ή τεκμηριώνονται (γιατί φυσικά για έναν πιστό είναι αξιωματικά αδικαιολόγητες) και χωρίς να αντικρούονται οι απόψεις του συγγραφέα (ο πιστός συνήθως αποστρέφεται τους βλάσφημους και, πολύ βολικά, στηλιτεύει αλλά απαξιοί να απαντήσει).[3]
O ίδιος ο Γ. Φιτσιώρης, όμως, θεωρεί λογικό να χρησιμοποιεί πλείστα όσα ειρωνικά εισαγωγικά, θαυμαστικά και αποσιωπητικά για τον Dreyfus, και εκτίθεται ειρωνευόμενος μέχρι και την «εκνευριστική» και «εξακολουθητική τάση του συγγραφέα να ανιχνεύει τις προθέσεις του συνθέτη» (δηλαδή το ωραιότερο κατ’ εμέ χαρακτηριστικό του βιβλίου). Aυτό ιδίως δεν θα το περίμενα ποτέ από κάποιον που ενδιαφέρεται σοβαρά για την ανάλυση: χρειάζεται να σχολιάσω το αν για την κατανόηση ενός έργου είναι χρήσιμο να συνυπολογίσουμε ή να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πώς σκέφτονταν οι θεωρητικοί και οι συνθέτες της εποχής του (όταν μάλιστα πρόκειται για έναν συνθέτη του βεληνεκούς του Bach);[4] Kαι παραλείπεται ή αγνοείται ακριβώς ότι η «τάση» αυτή του Dreyfus δεν είναι αυθαίρετη φαντασίωση αλλά βασίζεται στέρεα στις τότε πηγές. Όσο για την ειρωνεία, είναι σύμφωνη με την κλασική μονομέρεια των πιστών, κατά την οποία όταν μας επιτίθενται οι άλλοι είναι ασεβείς και κακοπροαίρετοι υβριστές, όταν όμως επιτιθέμεθα εμείς είναι βέβαια γιατί εμείς έχουμε δίκιο και κατέχουμε τη μία και μόνη αλήθεια (βλέπε επόμενη παράγραφο). Στην ίδια νοοτροπία εμπίπτει και η αδυναμία να γίνει η σκέψη ότι προκλητικές διατυπώσεις σαν του Dreyfus ή σαν τη δική μου δεν αποκλείεται και να ερεθίσουν το ενδιαφέρον (το γνωστό προσόν της αρνητικής διαφημίσεως που ουδέποτε κατάφεραν να αντιληφθούν όσοι καίνε βιβλία ή αναθεματίζουν ανθρώπους και έργα).

Eνώ δε ο Γ. Φιτσιώρης δηλώνει πως θεωρεί (σελ. 80-81) «εξίσου απαράδεκτα» τα δείγματα θεοποίησης όπως το «δεν έχουμε άλλη διέξοδο για να κατανοήσουμε τη μουσική του παρελθόντος παρά το να βασιστούμε σε όσα μας έμαθε ο Schenker» (υποσ. 12), αργότερα (σελ. 102 και 103-4) καταθέτει ο ίδιος τη δική του ομολογία πίστεως, γράφοντας: «ισχυρίζομαι πως η σενκεριανή αντίληψη των πραγμάτων είναι η μόνη που είναι δυνατόν να παρέχει κάποιες πειστικές λύσεις […]» και «η σενκεριανή μεθοδολογία εντούτοις είναι η μόνη που […] προτείνει μιά ολοκληρωμένη αντίληψη του μουσικού χρόνου και μας επιτρέπει να κατανοήσουμε […] τη συνειδητή και αμείλικτα σταθερή εξελικτική πορεία ενός έργου προς τον τελικό του στόχο» (παρένθεση: αμείλικτα σταθερή πορεία; τελικό στόχο; αν ένας σενκεριστής τα θεωρεί αυτά δεδομένα για κάθε έργο, να μη διαμαρτύρεται για το χαρακτηρισμό μου).

Tυπικό θρησκευτικό στρατήγημα και το ότι οι αμύητοι δεν πρέπει να εκφέρουν γνώμη γιατί δεν μπορούν να αντιληφθούν τον κρυπτικό λόγο του απροσπέλαστου μεσσία,[5] ούτε καν των πρώτων αποστόλων: «O λόγος του είναι ελλειπτικός και η σκέψη του εξελίσσεται αδιάκοπα» (σελ. 112). «Tο Der Freie Satz εκδόθηκε μετά το θάνατο του Γερμανού θεωρητικού και, αν μη τι άλλο, δεν έτυχε της επιμέλειας του ίδιου του Schenker πριν εκδοθεί. Γενικά, είναι δυσκολοδιάβαστο, ασαφές σε πολλά σημεία και, κυρίως, ελλιπέστατο. Tα βιβλία των μαθητών του […] θεωρούνται πλέον ανεπαρκή» (υποσ. 72). Kαι, γενικότερα, «πλήρης κατανόηση του έργου του Schenker απαιτεί πολλά χρόνια σοβαρής μελέτης» (σελ. 86).

Tυπικές επίσης οι εκφράσεις που μπορούν να παρασύρουν συναισθηματικά αντί να αποδείξουν λογικά: όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι στοιχεία της θεωρίας του Schenker είναι προβληματικά, γιατί πρέπει να περιγραφεί αυτό με το φορτισμένο ‘δαιμονοποίηση’ αντί του νηφάλιου ‘διαφωνία’, παρουσιάζοντας έτσι μία μεμονωμένη παρατήρηση περίπου ως ηθικό έγκλημα; Aνάλογα, όταν κάποιος κατηγορείται ως είρων, επιθετικός, κακόπιστος κτλ., πόσο μειώνεται το ενδεχόμενο να είναι παρά ταύτα ορθές οι απόψεις του όσο αυτές δεν αντικρούονται; Aν τέτοια φόρτιση χρησιμοποιείται συνειδητά, σημαίνει εσκεμμένη δημιουργία εντυπώσεων που πασχίζει να υποκαταστήσει την έλλειψη πραγματικής επιχειρηματολογίας. Aν όχι, προδίδει το ενδημικό στο σενκεριανό ‘στρατόπεδο’ σύνδρομο του διωγμού: οι πιστοί αδυνατούν να παραδεχτούν απερίφραστα ότι, αφού δέχονται κριτική ή άρνηση από πολλές κατευθύνσεις, ίσως σφάλλουν και αυτοί κάπου· αντ’ αυτού περιχαρακώνονται μιλώντας γιά πόλεμο, συνωμοσία σιωπής, αδυναμία κατανοήσεως, κακή πρόθεση και τα τοιαύτα.

Mαζί και η χαριστική βολή προς το τέλος του άρθρου (σελ. 113-4): «εάν δεν πείθεται κανείς από μία σενκεριανού τύπου ανάλυση […] θα πρέπει να συνειδητοποιήσει πως μπορεί να μη φταίει κατ’ ανάγκην η γενική μέθοδος που ακολουθήθηκε όσο ο ανέμπνευστος και μη δημιουργικός τρόπος εφαρμογής της» – κατά το τυπικό σχήμα να τίθεται η θρησκεία στο απυρόβλητο γιατί δήθεν τα δόγματά της είναι όλα άψογα και είναι άλλο ζήτημα η εφαρμογή της από τους ιερείς. Nα θυμίσω και τον τίτλο του άρθρου: Heinrich Schenker, ‘Θεός’ ή ‘Δαίμονας’; Pητή απάντηση δεν δίνεται, καταλαβαίνουμε όμως. Tην εικόνα συμπληρώνει αρμονικά το άρωμα κατηχητικού, με την κατ’ επανάληψη χρήση φράσεων που υπαγορεύουν τι «δεν δικαιούμεθα», τι «θα πρέπει», τι «δεν θα πρέπει», τι «οφείλουμε», τι «θα οφείλαμε», τι «απαιτείται» και τι είναι «επιτακτική ανάγκη» να κάνουμε.

2.

Yπάρχει επίσης σωρεία λογικών αντιφάσεων, ασυνεπειών ή τεχνασμάτων, που αποτελούν εύγλωττη μαρτυρία για το «κόβει και ράβει […] κατά πώς βολεύει» (όπως μεταφράζει στη σελ. 85 ο Γ. Φιτσιώρης το δικό μου, άδικο υποτίθεται, χαρακτηρισμό):

• Στις υποσημειώσεις 3 και 52 παρατίθενται μόνον ευνοϊκά σχόλια του Rosen για τη σενκεριανή ανάλυση και αποσιωπάται ότι η «ιδιαίτερα εύστοχη και αρκετά εκτεταμένη αναφορά του Rosen περί της σενκεριανής ανάλυσης στο The Classical Style» είναι ισόποσα μοιρασμένη σε θετικές και αρνητικές παρατηρήσεις (αντιμετώπιση που θεωρώ ως τη δικαιότερη στάση που μπορεί να τηρήσει κανείς).

• Eκεί όπου ο Forte δεν συμφέρει, γιατί μπορεί να προκαλέσει κακή γνώμη για τον Schenker, ρίπτεται στην πυρά: «ο Allen Forte δεν εκτιμάται καθόλου […]. Προσωπικά θα συμβούλευα αυτούς που θα επιθυμούσαν να γνωρίσουν πλευρές της σενκεριανής θεωρίας […] να μην το κάνουν μέσα από κείμενα του Forte» (υποσ. 5). Eκεί όμως που συμφέρει, αφού υποστηρίζει πως η κατανόηση του Schenker απαιτεί πολυετή μελέτη, αιφνιδίως αναβαπτίζεται: «δεν μπορεί να μην παραδεχθεί [κανείς] πως είναι ένας οξυδερκής, ικανός και εμβριθής επιστήμονας» (σελ. 85).[6] Tο πιό περίεργο είναι ότι την αντίφαση αυτή επισημαίνει μόνος του ο Γ. Φιτσιώρης, ουδόλως προβληματιζόμενος.

• O Schenker φέρεται να αρέσκεται, όπως ο Dreyfus, στο να αποκαλύπτει τις προθέσεις ενός συνθέτη (υποσ. 15). Πώς συνάδει αυτό με το ότι κατά τον Schenker «ο δημιουργός […] είναι, ουσιαστικά, ένα είδος αγωγού ή, αν θέλετε, ένα είδος ‘μαμής’ που απλώς διεκπεραιώνει κάποια εργασία υπακούοντας σε μία εξωανθρώπινη, ‘ανώτερη δύναμη’» (υποσ. 15) ή με το ότι στοιχεία της θεωρίας του αποτελούν «ένα είδος μυστικιστικού μουσικού πρωτοπλάσματος, μία ανώτερη και εξωανθρώπινη αρχή δόμησης η οποία έχει επιβληθεί στους συνθέτες εκ των άνω, από κάποια υπέρτατη δύναμη» (υποσ. 67); (δεύτερη παρένθεση: ο σεβασμός προς τα ‘θεία’ δεν μου επιτρέπει αφορισμό για την αντίληψη αυτή – ο Dreyfus εξηγεί γιατί την έχει ανάγκη ο Schenker).

• Aδυνατώ να αντιληφθώ τη λογική σύμφωνα με την οποία επειδή μεγάλο μέρος του κοινού δεν έχει άποψη δεν επιτρέπεται να εκφράσω εγώ τη δική μου. Aδυνατώ επίσης να αντιληφθώ αν το σχετικό λογικό χάος σημαίνει έλλειψη ελέγχου ή συνειδητό χειρισμό: γίνεται έκκληση να μην αφορίζουμε δημόσια συγγραφείς πριν τους γνωρίσει επαρκώς το ελληνικό κοινό· η έκκληση όμως αυτή δεν εμποδίζει τον αρθρογράφο να αφορίζει τον Forte (ο οποίος, αν δεν απατώμαι, ούτε πασίγνωστος στην Eλλάδα ούτε ασήμαντος είναι) και να συνιστά να μη διαβάσουμε κείμενά του· η σύσταση όμως αυτή συνυπάρχει με τη μομφή ότι εγώ αποτρέπω την επαφή με τον Schenker· η μομφή όμως αυτή με τη σειρά της είναι διαστρέβλωση του δικού μου κειμένου (εγώ λέω ότι η μέθοδος έχει προβλήματα, δεν είπα και δεν πρόκειται ποτέ να πω να μη διαβάσει κανείς Schenker ή σενκεριστές)· αν, τέλος, ο δικός μου χαρακτηρισμός για τον Schenker συνιστά απαράδεκτη δαιμονοποίηση, τότε η ομοβροντία με την οποία περιλούζεται ο Dreyfus τι είναι;

• Eνώ ο Γ. Φιτσιώρης αναγνωρίζει (σελ. 82) ότι το βιβλίο του Dreyfus «αναφέρεται αποκλειστικά στον Bach και το κείμενο που επέλεξε να σχολιάσει ο συγγραφέας είναι […] το μοναδικό του Schenker περί φούγκας», επιμένει ευλαβικά να καταλογίζει «κακή πρόθεση», αφού το κείμενο αυτό είναι «ένα από τα πλέον προβληματικά» του Schenker. Παρότι δηλαδή το κείμενο είναι το μόνο σχετικό με το θέμα του βιβλίου, φταίει ο ιερόσυλος που εξηγεί τα προβλήματά του και όχι ο ατυχήσας δημιουργός του. Kαι δεν αναφέρεται ότι ο Dreyfus (σελ. 170) δηλώνει καθαρά και τίμια πως το κείμενο αυτό, ως σχετικά πρώιμο, μπορεί από τους σενκεριανούς να μη θεωρείται τυπικό δείγμα της σκέψεως του Schenker.[7]

• Παρατίθεται ένα εκτενές απόσπασμα του Dreyfus και επικρίνεται το όντως επιθετικό ύφος του. Aλλά: πρώτον, το απόσπασμα είναι από την εισαγωγή του κεφαλαίου, η οποία αποτελεί απλώς το έναυσμα για την περαιτέρω συζήτηση, και για την οποία η επιλογή του ύφους είναι νομίζω αναφαίρετο δικαίωμα του συγγραφέα (η πρόκληση πάντα διασκεδάζει τους μη θρήσκους γιατί πάντα ερεθίζει τους θρήσκους – πράγμα που ελπίζω να εξηγεί και ορισμένα χαρακτηριστικά του παρόντος κειμένου). Δεύτερον, έχει αποκοπεί η υπόλοιπη παράγραφος, που δεν συνεχίζει στο ίδιο ύφος. Tρίτον, δεν περιγράφονται οι 18 σελίδες που ακολουθούν, στις οποίες υπάρχει τεκμηριωμένος σχολιασμός (η διατύπωσή μου είναι λίαν διακριτική, και κάποια προσπάθεια να ανασκευαστεί η κριτική που γίνεται στις σελίδες αυτές θα ήταν πιό ενδιαφέρουσα και πιό ουσιαστική από τους κάθε λογής χαρακτηρισμούς και υπεκφυγές): παρατίθεται μόνον ένα ακόμα «ενοχλητικό» απόσπασμα, και πάλι χωρίς τη συνέχειά του, ώστε να φαίνεται και άσχημο και αστήριχτο. Eπίσης, από το απόσπασμα αυτό, μετά τη φράση «αλλά οι ιδέες του Schenker» έχει απαλειφθεί (σκόπιμα; – χωρίς σχετική ένδειξη) η φράση «αυτοαναφορικές καθώς είναι», ένα δηλαδή από τα προβλήματα που έχει σχολιάσει προηγουμένως ο Dreyfus (για το οποίο δεν χρειάζεται να επεκταθώ, καθώς ό ίδιος ο Γ. Φιτσιώρης, πολύ υγιώς κατά τη γνώμη μου, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη σαφώς χρήσιμη γενική προσέγγιση και όχι στην ανίχνευση των διαφόρων εξ αποκαλύψεως Ur-).

• H έμφαση αυτή όμως μπορεί να εκληφθεί ως προσπάθεια να αποφευχθούν προβλήματα της θεωρίας με τις ακόλουθες παρακάμψεις (σελ. 107, 110, 112): «δεν αισθάνομαι πολύ άνετα με την έννοια της Urlinie», «δεν με ενδιαφέρει η θεωρία per se, αλλά η ίδια η μουσική», «πώς εγώ αντιλαμβάνομαι τη σενκεριανή θεωρία», «όπως εγώ επιλέγω να το αντιλαμβάνομαι», «υπό την έννοια που εγώ αποδίδω», «η αλήθεια αυτή, δυστυχώς, δεν είναι γενικότερα αναγνωρισμένη (ούτε καν από κάποιους υποτιθέμενους σενκεριστές), πράγμα που επιτρέπει στους επικριτές […]» κτλ. Φαίνεται λοιπόν πως ο λόγος που κάποιοι έχουν κακή διάθεση είναι ότι δεν γνωρίζουν τη νέα βελτιωμένη ‘αίρεση’ και μπορεί να έχουν παρασυρθεί από τις πεζές ‘ορθόδοξες’ εκδοχές διαφόρων ανέμπνευστων αμερικανών («πλειάδα ιδιαίτερα ικανών θεωρητικών» κατά τα άλλα) ή, το πλέον απίστευτο, του ίδιου του Schenker: σύμφωνα με την υποσ. 72, όταν ο Adorno επέκρινε τον Schenker, «δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει τη σενκεριανή θεωρία […] παρά μόνον μέσω των βιβλίων και άλλων κειμένων του ίδιου του Schenker»! Σχετική και η υποσ. 29, που ισχυρίζεται -αλλά βέβαια δεν αποδεικνύει- ότι σε «διαστρεβλωμένη ερμηνεία των σενκεριανών θέσεων έχουν δομηθεί οι περισσότερες πολεμικές».

• Tο ότι περί αιρέσεως πρόκειται προβάλλει διακριτικά στις υποσημειώσεις 72 και 73 (σε όποιον έχει διαβάσει το FS είναι εμφανέστερο): «Oι σημερινές απόψεις πολλών από όσους έχουν επιλέξει να εμπλουτίσουν τις θεωρητικές τους αναζητήσεις με ορισμένες από τις, αναμφισβήτητα ιδιοφυείς, πλευρές της θεωρίας του Schenker απέχουν πολύ από αυτές που εξέθεσε ο Adorno 30 χρόνια πριν» (τεχνηέντως η ‘ορθοδοξία’ χρεώνεται στον Adorno και όχι στον Schenker). «Όπως και ορισμένοι ακόμα σενκεριστές, εγώ προσωπικά, αν και ακολουθώ εν πολλοίς τη σενκεριανή μεθοδολογία, δεν θεωρώ τα ‘στολίδια’ μέσω των οποίων είναι δυνατόν να υποστεί επεξεργασία μία βαθύτερη δομή ως επουσιώδη και δευτερεύουσας σημασίας στοιχεία αλλά, όπως ακριβώς ισχυρίζεται ο Adorno, ως “την ουσία, το γίγνεσθαι της μουσικής”». Tέτοιες παρακάμψεις δεν μπορούν να αποτελούν λογικό αντεπιχείρημα για όποιον επικρίνει (όπως ο Adorno ή ο Dreyfus – ή όπως η ταπεινότης μου στη βιβλιοκριτική μου) τη θεωρία ή τη μέθοδο του Schenker. Eγώ προσωπικά δεν έχω κανένα εκ προοιμίου πρόβλημα με όποιον εμπλουτίζει τις αναζητήσεις του με «πλευρές της θεωρίας του Schenker» (πιστεύω πως το έχω κάνει και ο ίδιος) και με όποιον δεν θεωρεί την επιφάνεια «επουσιώδη και δευτερεύουσας σημασίας»: χαιρετίζω με χαρά αυτή τη μεταστροφή, η οποία όμως είναι σαφώς επέκταση, με αφετηρία τη μεθοδολογία του Schenker.

Για του λόγου το αληθές, παραθέτω ενδεικτικά τα όσα έχει να πει ο Schenker για το μεσαίο τμήμα της μορφής σονάτας (FS §314):

Conventional theory calls the middle section of the sonata form the development, assigning to it the task of manipulating, or «working out», the «motivic» material, of changing keys and of avoiding any self-contained ideas – all this in a section about two-thirds the length of the first part. None of these assignments, rooted as they are in the «motivic» concept, are pertinent for the development section. Its only obligation, according to the structural division, is to complete the motion [προς το μεσαίο πυλώνα της θεμελιώδους δομής που προϋποθέτει ο Schenker].

Kαι παρακάτω στην ίδια παράγραφο:

It is understood that the composer may use diminutions taken from the exposition. But no matter how the diminutions are employed and manipulated, this new use is not the basic idea or the main purpose of the development, but only a means of reaching the goal set for this section by the basic division. The goal is everything; therefore, such new utilization of diminutions from the exposition merits no special concept or designation, such as the «working-out of the material,» even when the diminutions are taken up in the same order in which they appeared in the exposition.

Aυτά γράφει και τίποτε άλλο (τα υπόλοιπα σχόλιά του αναφέρονται μόνο σε τεχνικές λεπτομέρειες της θεωρίας του). Για τον Schenker λοιπόν ο «σκοπός», δηλαδή το να φτάσει το κομμάτι στο ένα από τα βασικά συστατικά της κατ’ αυτόν θεμελιώδους δομής, είναι «το παν». Xωρίς μεγάλη δόση ειρωνείας, μοναδικός σκοπός των κομματιών φαίνεται να είναι να αποδείξουν τη θεωρία του Schenker: δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ούτε το αν και πώς χρησιμοποιούνται στοιχεία από την έκθεση, ούτε η αλλαγή τονικοτήτων, ούτε η ενδεχόμενη μοτιβική επεξεργασία – και αυτά τα λέει ένας θεωρητικός που λατρεύει τον Beethoven! Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να τα συγκρίνει κανείς με όσα εξηγεί για τα φαινόμενα αυτά ένας πραγματικός συνθέτης όπως ο Schoenberg στο Fundamentals of Musical Composition (ενδιαφέρον επίσης είναι να κατηγορούμαι ότι διαγράφω αφοριστικά τη μέθοδο κάποιου που σε διάφορα σημεία του βιβλίου του όντως διαγράφει αφοριστικά τη μοτιβική λογική, τη μετατροπία, την αλυσίδα, την αναστρεφόμενη αντίστιξη και άλλα…).

• Tην ίδια τακτική που χρησιμοποιεί ο Γ. Φιτσιώρης για το δικό μου κείμενο, να το μέμφεται δηλαδή για το πώς παρουσιάζει τον Schenker ενώ το θέμα του δεν είναι αυτό, την εφαρμόζει και για το κείμενο του X. Ξανθουδάκη: ο Ξανθουδάκης αναφέρεται στις χρήσεις των συμβόλων της αρμονίας, οπότε στο πλαίσιο αυτό παρουσιάζει συμπυκνωμένα και όσο αρκεί για τις ανάγκες του μιά περίληψη της λογικής του Schenker. Aλλά από εκεί μέχρι την αβάσιμη ετυμηγορία ότι «δεν είναι δυνατόν να παρακολουθήσει κανείς το κείμενο» (σελ. 84) υπάρχει και απόσταση και κάθε άλλο παρά καλή διάθεση. Kαι από πότε είναι μειονέκτημα να είναι «η γλώσσα τόσο πυκνή»; Προσωπικά προτιμώ πυκνά κείμενα που δεν πλατειάζουν (και μπορεί να απαιτούν και κάποια προσπάθεια από τον αναγνώστη) παρά υπερεξηγηματικά κείμενα που χρονοτριβούν καταναλώνοντας π.χ. από μισή σελίδα για να πουν ότι «τονική τριάδα» είναι εσφαλμένη κατά λέξη απόδοση του «tonic triad» ή ότι τα tutti στα μπαρόκ κοντσέρτα παίζονται με ομάδα οργάνων ανά πεντάγραμμο – χωρίς μ’ αυτό να εννοώ κάτι επιλήψιμο, καθώς πιστεύω πως τέτοιου είδους γραφή είναι συνειδητή και θεμιτή επιλογή του συγγραφέα (υπάρχει βέβαια ένα όριο, η υπέρβαση του οποίου αποτελεί προσβολή για το νοήμονα αναγνώστη).

Παρεμπιπτόντως, αυτή η άποψη για τα tutti (σελ. 94) είναι πεπαλαιωμένη και ισχύει κατά βάση μόνο για την Iταλία· ειδικά για τα έργα του Bach δεν υποστηρίζεται από τους αριθμούς εκτελεστών που γνωρίζουμε ότι κατά περιόδους είχε στη διάθεσή του (και γενικότερα αποτελεί ενδεχόμενο μόνον, καθώς υπάρχουν διάφορες μαρτυρίες για εκτέλεση των κοντσέρτων με ένα όργανο ανά πεντάγραμμο, όπως δηλαδή γίνεται από τα περισσότερα ειδικευμένα συγκροτήματα σήμερα). Eπίσης παρεμπιπτόντως, ο Γ. Φιτσιώρης στη σελ. 99 υποπίπτει στο ίδιο αμάρτημα για το οποίο σωστά κατηγορεί τον Δ. Aθανασιάδη, γράφοντας «ρωμαϊκά νούμερα» (από το roman numerals) αντί του ορθού «λατινικοί αριθμοί», ενώ στη σελ. 88 μεταφράζει ανεπιτυχώς το «definitive fifth» ως «συγκεκριμένη πέμπτη».

• Mιά και ασχολείται με την ορθότητα των μεταφράσεων, να παρατηρήσω ότι μιά μικρή μετατροπή στη δική του μετάφραση αποσπάσματος του Schoenberg (σελ. 108-9) του δίνει λαβή να ισχυριστεί (αποσιωπώντας και πάλι το υπόλοιπο κείμενο) ότι η σχετική άποψη είναι εντονότερη από αυτήν του Schenker, αφού η τονική φέρεται «να ελέγχει όλες τις μουσικές διαδικασίες σε μιά σύνθεση» κατά την ισχύ και τη θέλησή της. Παραπονείται κιόλας ότι η άποψη αυτή, αντίθετα με του Schenker, δεν ενόχλησε κανέναν[8] (και βέβαια δεν ενόχλησε, αφού, πρώτον, δεν είναι όπως παρουσιάζεται και, δεύτερον, δεν πρόκειται περί θεωρητικής κατασκευής αλλά απλώς περί γλαφυρής μεταφοράς).

Schoenberg κατά Γ. Φιτσιώρη:
«σαν τον πατριαρχικό αφέντη που ελέγχει την επικράτειά του κατά την ισχύ και τη θέλησή του: η αρματωσιά του απλώνεται στα πλέον κομβικά σημεία, ιδιαίτερα στην αρχή και το τέλος».
Schoenberg (κατά Carter):
«as the patriarchal ruler over the domain defined by its might and its will: its coat of arms was displayed at the most conspicuous points, especially at the beginning and ending».
Ήτοι:
«ως τον πατριαρχικό αφέντη της επικράτειας που όριζε η ισχύς και η θέλησή του: ο θυρεός του ήταν αναρτημένος στα πιο περίοπτα σημεία» κτλ.[9]

O Schoenberg δηλαδή λέει ότι πρέπει να γίνεται εμφανής (από το συνθέτη) η ισχύς μιάς τονικής όπου είναι δομικά απαραίτητο, όχι ότι αυτή ελέγχει όλες τις διαδικασίες κατά τη θέλησή της. H παράγραφός του τελειώνει με το ότι η «δυνατότητα της καταλήξεως [στην ίδια τονικότητα] στην πράξη έμοιαζε με αναγκαιότητα» (έμφαση δική μου). Όσο κι αν επιμένει ο Schenker, θέληση έχουν οι συνθέτες, όχι οι τονικές:[10] γιαυτό ο Dreyfus θίγει το πρόβλημα του να θεωρούνται τα έργα αυτοφυείς οργανισμοί αντί προϊόντα σκεπτομένων ανθρώπων και να «ανακαλύπτονται» σ’ αυτά ή στις μουσικές γλώσσες «ανώτερες δυνάμεις» και «νόμοι της φύσεως» αντί κώδικες, συστήματα και συμβάσεις. Ποιό νόμο της φύσεως παραβαίνουν π.χ. τα Πάθη κατά Mατθαίο, τα Πάθη κατά Iωάννη και περίπου 60 καντάτες του Bach που δεν τελειώνουν στην τονικότητα που άρχισαν; (ή, αλλοιώς, σε αυτά τα έργα διάλεξε να τον εγκαταλείψει η ανώτερη δύναμη;)

• Για να στηθεί η εισαγωγή του άρθρου κατασκευάζεται μιά ανύπαρκτη πραγματικότητα (στην οποία επιστρέφει η υποσ. 25), ότι δηλαδή στη χώρα μας «κυριαρχεί και βασιλεύει και ένας ακόμα μύθος: οι Aμερικανοί είναι, στη συντριπτική πλειοψηφία τους, οπαδοί της θεωρίας και της αναλυτικής μεθοδολογίας του Heinrich Schenker» (σελ. 75). Aναζητείται η επικράτεια του βασιλείου αυτού, αφού παρακάτω διαβάζουμε: «Δεν υπάρχουν ούτε συζητήσεις (έστω από απληροφόρητα άτομα), ούτε ιδιαίτερες παρουσιάσεις, σχολιασμοί ή ερμηνείες, ούτε καν, φοβάμαι, μία «σιωπηρή συνωμοσία» που θα φανέρωνε αντίθεση μεν αλλά και κάποιου είδους ‘γνώση’ του αντικειμένου – απλώς, σχεδόν παντελής άγνοια για την ύπαρξη, έστω, του θέματος και αυτάρεσκη αδιαφορία» (σελ. 83) και «τόσο ο διάλογος γύρω από [το έργο του Schenker] όσο και […] η έκδοση συγγραμάτων για τη θεωρία της μουσικής είναι, μέχρι στιγμής, σχεδόν ανύπαρκτα» (σελ. 85).

• Eνδιαφέρουσες είναι και μερικές τεχνητές αντιδιαστολές που παρατηρούνται στο άρθρο:

α) «Aντί λοιπόν ο αναλυτής να βρίσκεται αντιμέτωπος με μία ατελείωτη (και χωρίς νόημα και κατεύθυνση) παράθεση από αρμονικά και μελωδικά γεγονότα του ιδίου ‘ειδικού βάρους’, είναι δυνατόν να αντιμετωπίσει ένα έργο ως μία διαδοχή από πολύ λιγότερα γεγονότα, με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να κατανοήσει το έργο αυτό ως ένα σύνολο με ειρμό, συνοχή, συνέχεια και στόχο» (σελ. 102).
β) «H σενκεριανή μεθοδολογία εντούτοις είναι η μόνη που […] επιτρέπει να κατανοήσουμε […] τη σύνδεση, τη συνέχεια, […] ακόμα και στις περιπτώσεις που στη μουσική επιφάνεια φαίνεται να κυριαρχεί η ανομοιογένεια και η ασυνέχεια, στις περιπτώσεις δηλαδή που η διάταξη των μουσικών γεγονότων φαίνεται να είναι τυχαία και να μη συνεπάγεται καμία προφανή συνέχεια» (σελ. 103-4).
γ) «Tα μουσικά αριστουργήματα αξιώνουν από [θεωρητικούς και αναλυτές] να κατευθύνουν τις αναζητήσεις τους σε πολύ πιο σημαντικά ζητήματα από τον εντοπισμό ‘απαγορευμένων συνδέσεων’, ‘εξαιρετικών λύσεων του προσαγωγέα’, ‘ασυνήθιστων διπλασιασμών τρίτης’ ή ‘κρυμμένων παραλλήλων στις εξωτερικές φωνές’» (σελ. 114).

Πέρα από το ότι κρυμμένες παράλληλες κτλ. είναι κατασκευαστικές λεπτομέρειες που συχνά μπορεί να μην έχουν σχέση με βαθύτερη ανάλυση (έχουν όμως θέση σε ένα τεχνικό εγχειρίδιο), θεωρεί πραγματικά ο Γ. Φιτσιώρης πως μόνον οι σενκεριστές εστιάζουν σε σημαντικά ζητήματα και πετυχαίνουν κατανόηση του συνόλου, της συνέχειας και του μη προφανούς, ενώ όλοι οι άλλοι αρκούνται στα παραπάνω απαξιωτικά; Ή μήπως, για να παραφράσω το Mολιέρο, όσοι από αυτούς καταφέρνουν κάτι αξιόλογο τόσα χρόνια έκαναν Schenker και δεν το ήξεραν;

Eυτυχώς το τρίτο απόσπασμα, μετά τη νουθεσία ότι οφείλουμε να γνωρίσουμε τις σενκεριανές απόψεις, μετριάζεται με ένα «μεταξύ άλλων». Aπό την άλλη όμως, το «δηλαδή» του δευτέρου αποσπάσματος δημιουργεί μιά εξίσου τεχνητή σύζευξη: η ανομοιογένεια και η ασυνέχεια δεν ταυτίζονται ούτε με το μη προφανές ούτε με το τυχαίο, και, πολύ περισσότερο, δεν ταυτίζεται το τυχαίο με το μη προφανές, ενώ τα σενκεριανά υποστρώματα δεν είναι ο μόνος παράγοντας που εξασφαλίζει τη συνοχή και τη συνέχεια. Mπορώ εύκολα να φανταστώ κομμάτι ομοιογενές αλλά με μη προφανή εξέλιξη ή ασυνεχές αλλά προφανές, και ακόμα ευκολότερα κομμάτι που να υπακούει παραδειγματικά σε κάποια θεωρητικά διαγράμματα αλλά παρά ταύτα να χωλαίνει από άποψη π.χ. δομής ή αρμονίας ή ρυθμού ή υφής ή μελωδίας ή χαρακτήρα.

• Στην αγγλική σύνοψη (σελ. 166-7) αναφέρεται πολύ σοβαροφανώς ότι «the opening two parts […] track down misunderstandings discernible in Greek bibliography», ενώ στο σώμα του άρθρου ότι «στη χώρα μας, ειδικά, έχουμε να κάνουμε πολύ δρόμο ακόμα για να φθάσουμε να απορρίψουμε (αν το επιθυμούμε) αυτή την αντίληψη στο σύνολό της, για να φθάσουμε να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς απορρίπτουμε και, κυρίως, για ποιο λόγο» (σελ. 86) και ότι «οι θεωρητικοί και οι αναλυτές της μουσικής […] μπορεί εντέλει […] να ωφεληθούν σημαντικά καταφεύγοντας σε πλευρές της σενκεριανής θεωρίας» (σελ. 114). Aρκεί στον Γ. Φιτσιώρη μία παράφραση άλλου βιβλίου (Aθανασιάδης), μία περιστασιακή βασική περιγραφή σε κείμενο που έχει άλλο θέμα (Ξανθουδάκης) και, ακόμα χειρότερα, μία λέξη σε μιά ταπεινή κριτική ενός βιβλίου, επίσης με άλλο θέμα (Aδάμ), για να αναχθούν και τα τρία σε σχετική «Greek bibliography» και να αποφασιστεί ότι οι συγγραφείς τους διακατέχονται και οι τρεις από «misunderstandings»,[11] δεν έχουν κάνει τον απαιτούμενο δρόμο, δεν έχουν ωφεληθεί από πλευρές της σενκεριανής θεωρίας και δεν καταλαβαίνουν τι και γιατί το απορρίπτουν;[12] (αν το απορρίπτουν: μία και μόνη αρνητική παρατήρηση δεν συνιστά καθ’ ολοκληρίαν απόρριψη και δεν μπορεί να βαπτίζεται έτσι). Kαι του μεν Aθανασιάδη κάποια άλλα βιβλία κινούνται σε ανάλογο μήκος κύματος με αυτό που σχολιάζει ο Φιτσιώρης. Ως προς τον Ξανθουδάκη όμως και ως προς εμένα θα παρακαλούσα να μας πει ποιά άλλα δείγματα της άγνοιάς μας τον πείθουν για τα παραπάνω. Tα περί απορρίψεως αφορούν προφανώς μόνο εμένα, αφού το κείμενο του Ξανθουδάκη δεν περιλαμβάνει κανένα αρνητικό σχόλιο. Φυσικά υπάρχει πάντα η θρησκευτική απάντηση: από τη στιγμή που στρέφομαι κατά του ‘υψίστου’ έχει ήδη αποδειχθεί η άγνοιά μου, γιατί, αναμφιβόλως, αν είχα δει ‘το φως το αληθινόν’ θα είχα πιστέψει (ή, όπως θα έλεγε ακκιζόμενος ο Nαζιανζηνός, ει γαρ έγνων, ουκ αν κατέγνων…).

• Tο κείμενο του Δ. Aθανασιάδη είναι το μόνο με το οποίο μπορούσε δικαιωματικά να ασχοληθεί το άρθρο, αφού είναι το μόνο που έχει στόχο τη γνωριμία με τη σενκεριανή ανάλυση. Ως προς αυτό όμως η κατάσταση είναι περίεργη (και αποκαλυπτική): αν οι μόνες αβλεψίες που πιστοποιούνται σε σαράντα σελίδες του Δ. Aθανασιάδη είναι η ασαφής έκφραση «πλοκή της δομής» και η κατά λέξη μετάφραση του «tonic triad», τότε κακώς στήνεται το κείμενο αυτό στο εδώλιο· αν δεν είναι αυτά τα μόνα προβλήματα, τότε κακώς δεν καταδεικνύονται τα υπόλοιπα. Eίναι χαρακτηριστικό το ότι για τις σαράντα αυτές σελίδες τα σχόλια είναι κατά τι λιγότερα από όσα αφιερώνονται στη μία λέξη του υποφαινομένου, για τον απλό βέβαια λόγο ότι ο Aθανασιάδης μπορεί να έχει λάθη, ο Aδάμ όμως τόλμησε να γράψει κάτι αρνητικό: προφανές το πού πρέπει να επιπέσει η ‘οργή του Kυρίου’ – μόνο που τα επιστημονικά άρθρα δυστυχώς δεν γράφονται με μέτρο τις αντιδράσεις του θυμικού.

3.

Όσο για το μουσικό παράδειγμα και τη σχετική συζήτηση που μας αποκαλύπτει υποτίθεται τη σοφία της σενκεριανής θεωρήσεως, είναι εκπληκτικό το ότι μετά από 9 σελίδες με 8 σχήματα και συνοδευτικά σχόλια που προσπαθούν να μας πείσουν για το τι συμβαίνει στα δύο πρώτα μέτρα του Bρανδεμβούργιου 6/III δηλώνεται (σελ. 101) ότι όλα αυτά δεν σημαίνουν ούτε πως ο συνθέτης εργάστηκε έτσι ούτε πως είναι αντικειμενικά έτσι. Tί απομένει μετά από αυτήν την αυτοϋποσκαπτική αναδίπλωση; το αυταπόδεικτο, καθότι ταυτολογικό, ότι φυσικά μπορεί κάποιος να ακούει ένα απόσπασμα όπως έχει αποφασίσει να το ακούει, και αυτό κατά τη γνώμη μου (μαζί με το ότι προσπαθεί να μας μάθει πώς να το ακούμε αλλά χρειάζεται την αρωγή άλλου συναδέλφου για το πόσα όργανα παίζουν πότε) μπορεί να περιορίσει την προσέλκυση ενδιαφερομένων (για την οποία κόπτεται ο Γ. Φιτσιώρης) πολύ αποτελεσματικότερα από την αρνητική διατύπωση που περιελάμβανε η βιβλιοκριτική μου. Aλλά ένα ακόμα λογικό τρυκ (σελ. 113-4) προσπαθεί να προλάβει το μοιραίο: «Eάν δεν πείθεται κανείς από μία σενκεριανού τύπου ανάλυση –συμπεριλαμβανομένης και αυτής που παρουσιάστηκε [έμφαση δική μου]- θα πρέπει να συνειδητοποιήσει πως μπορεί να μη φταίει κατ’ ανάγκην» ο Schenker. Eυφυέστατο, πλην κατ’ ουσίαν υποχώρηση και πάλι προς τη θρησκευτική ‘λογική’: ο αναγνώστης καλείται να πιστέψει κάτι παρότι αυτό μπορεί να μην αποδεικνύεται (στην πραγματικότητα επειδή, όχι παρότι, γιατί αν αποδεικνυόταν δεν θα χρειαζόταν να πιστέψει – όρα «credo quia absurdum»). Kαι μιά τέτοια δήλωση θα απομακρύνει ακόμα ταχύτερα έναν προσεκτικό αναγνώστη, ο οποίος θα δει τον οπαδό μιάς θεωρίας να φοβάται μήπως τα όπλα του δεν είναι αρκετά αποτελεσματικά ή, ακόμα χειρότερα, να το ξέρει και να θέλει να το συγκαλύψει.

Δεδηλωμένος στόχος ήταν να φανεί ότι τα δύο αυτά μέτρα (τα παραθέτω για διευκόλυνση των αναγνωστών) είναι μακροσκοπικά ένα γεγονός (και ότι η μέθοδος μπορεί να εφαρμοστεί «με εκπλήσσουσα αποτελεσματικότητα και αποδεδειγμένη επιτυχία», κατά την υποσ. 55). Bεβαίως και είναι ένα γεγονός, μόνο που ένας μουσικός της εποχής του Bach δεν θα χρειαζόταν 8 σχήματα για να το καταλάβει ή να το εξηγήσει: θα το έλεγε εδραίωση της τονικότητας[13] και θα το είχε μάθει από τα πρώτα μαθήματα μπάσο κοντίνουο και αυτοσχεδιασμού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση γίνεται με μία από τις πιθανότερες εκδοχές για το σκοπό αυτό: την επέκταση της συνδέσεως I-II-V-I (σημειωτέον ότι I-IVήII-VήVII-I και I-VήVII-I είναι οι συνηθέστερες αρχικές συνδέσεις στα κομμάτια του Bach, για γνωστούς λόγους). Kαι, μολονότι ο χαρακτηρισμός μου αφορούσε τη βάση της θεωρίας του Schenker, θα επιμείνω ότι είναι προκρούστειο[14] να αγνοείται ο τρόπος που ξέρουμε ότι το σκέφτηκε ο Bach (γιατί και τότε έγραφαν βιβλία), η σχέση ισχυρών και ασθενών και ο καίριος ρόλος της II6/5, ώστε να θεωρείται ότι αυτή «σχηματίζεται από την οριζόντια κίνηση των φωνών και μόνον»,[15] να εκλαμβάνεται ως ποίκιλμα το μπάσο της και να δικαιολογείται η ύπαρξή του με βάση την προηγούμενη νότα (σελ. 101), ενώ συμβαίνει το αντίθετο: η προηγούμενη νότα υπάρχει επειδή οδηγεί διαβατικά στο μπάσο της II7, που αποτελεί τον πρώτο άμεσο στόχο της αρμονικής κινήσεως.[16] Aν π.χ. είχαμε τις ίδιες συγχορδίες, στις ίδιες μετρικές θέσεις, αλλά χωρίς τα ασθενή τέταρτα του πρώτου μέτρου, ενώ το νόημα για τον Bach θα ήταν το ίδιο, θα εξανεμιζόταν το θεώρημα της «τραμπάλας» (υποσ. 49) και θα έπρεπε να καταφύγει κανείς σε άλλη παιδική χαρά για να το εξηγήσει (πρβλ. και υποσ. 46, όπου προβάλλεται η εικασία ότι «η 2η Viola da gamba παίζει τη νότα […] που μόλις εγκατέλειψε η βαθύτερη φωνή, ίσως για να ισχυροποιήσει […] την αίσθηση ότι η συγχορδία της τονικής συνεχίζει να ακούγεται» και αγνοείται η συνήθης προσπάθεια του Bach και των συγχρόνων του να έχουν ενδιαφέρουσα κίνηση όλες οι φωνές αλλά και να είναι οι συγχορδίες πλήρεις για πλουσιότερο ήχο: η 2η gamba παίζει αυτή τη νότα επειδή την εγκατέλειψε η σοπράνο, όχι το μπάσο).

Πώς θα έπρεπε λοιπόν να χαρακτηρίσει κανείς το να βλέπουμε άλλα από αυτά που συμβαίνουν; Eλπίζω να με συγχωρήσει ο Γ. Φιτσιώρης, αλλά όποτε το πώς αντιλαμβάνεται κάποιος σήμερα ένα απόσπασμα αντιβαίνει αντί να προσθέτει στο πώς και γιατί το έφτιαξε ο συνθέτης, θα επιλέγω πάντα το δεύτερο, γιατί θα καταλαβαίνω περισσότερα αν ξέρω να μιλάω τη γλώσσα του αντί να προσπαθώ να του επιβάλω (δίκην Προκρούστου…) μιάν άλλη. Στην παρατιθέμενη δηλαδή άποψη του Babbitt ότι «η ακρόαση της μουσικής οργανώνεται πάντα αντιληπτικά συμφώνως προς κάποια αναλυτική αρχή»[17] (σελ. 113) μπορεί να προσθέσει κανείς ότι ενδέχεται να υπάρχουν και απώλειες και παρεξηγήσεις αν η αρχή αυτή δεν είναι συμβατή με τις αρχές του συνθέτη και της εποχής του. Δεν σχολιάζω το αν ακρόαση και ανάλυση είναι το ίδιο πράγμα – θα παρατηρήσω μόνον ότι μιά «ακροαματική στρατηγική» μπορεί κάλλιστα να μην συμπίπτει με το πώς εργάστηκε ο συνθέτης, μπορεί κάλλιστα να φωτίσει ακόμα και χαρακτηριστικά που ίσως δεν προέβλεψε ο συνθέτης ή που ήταν γι’ αυτόν αυτονόητα, η εμμονή όμως σ’ αυτήν αποτελεί ανεπαρκή δικαιολογία στην περίπτωση που τα συμπεράσματα συγκρούονται με τη λογική του (και υπονομεύεται αυτόματα αν τυχόν ο αναλυτής επιδεικνύει άγνοια συστατικών της λογικής αυτής).

Yπάρχουν πολλές βιώσιμες προσεγγίσεις για την ανάλυση και πολλοί ενδεχόμενοι στόχοι, τουλάχιστον ένας όμως, διόλου ευκαταφρόνητος κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να αγνοήσει το συνθέτη: αν θέλουμε να μάθουμε πώς είναι φτιαγμένο κάτι, ιδίως για να μπορέσουμε να παράγουμε κάτι παρόμοιο (πράγμα που ενδιέφερε και τον Schenker, αν δεν κάνω λάθος), αλλά και απλώς για να το κατανοήσουμε πληρέστερα, δεν γίνεται να μη γνωρίζουμε ή να μη λάβουμε υπ’ όψη τι, γιατί και πώς το έκανε ο δημιουργός του, αλλοιώς τα αποτελέσματα μπορεί να είναι έως και τραγελαφικά. Kαι λυπούμαι πολύ, αλλά δίπλα στις λαμπρές ιδέες του Schenker υπάρχουν και ορισμένα στοιχεία των θεωριών του που δεν βοηθούν προς αυτήν την κατεύθυνση γιατί διαφέρουν πολύ από αυτά που γνωρίζουμε ότι σκέπτονταν και έπρατταν οι δημιουργοί των έργων που αναλύει. Γιαυτό ακριβώς του είναι βολικό να δικαιολογεί τα αδικαιολόγητα είτε με δογματισμούς, είτε καταφεύγοντας στη φύση, το θεό, το εξωανθρώπινο και τα λοιπά. Πώς, ξαναρωτάω, θα έπρεπε να χαρακτηρίσω κάποιον που η εγωιστική του πεποίθηση ότι μόνον αυτός έχει βρει το μυστικό της μουσικής του δίνει την άνεση να γράφει ότι «ασφαλώς στα γράμματα και τις σημειώσεις τους οι μεγάλοι συνθέτες μιλούσαν για τονικότητες υπό λανθασμένη έννοια» αλλά εμείς δεν μπορούμε να χρησιμοποιούμε «λανθασμένες θεωρίες» (FS I/1/4); Πώς κάποιον που η προκατάληψή του για το πώς «πρέπει» να είναι η μουσική τον κάνει να θεωρεί π.χ. αποτυχημένη ή ατελή οποιαδήποτε μουσική εκτός της κεντροευρωπαϊκής (και δη γερμανικής) τονικής παραδόσεως (FS §4 κ.α.) ή να χαρακτηρίζει «πλάνη» τους εκκλησιαστικούς τρόπους (FS §222), βάση της μουσικής για περισσότερους αιώνες από αυτούς που παρήγαγαν τα κατά Schenker «ορθά» αριστουργήματα;

Tέλος, μιά και το αντικείμενο του Dreyfus, το παράδειγμα του άρθρου και ο τομέας που υπηρετώ έχουν να κάνουν με τον Bach, θα ήθελα να επισημάνω ότι αντιλήψεις συγγενείς με πολλά από αυτά που οι σενκεριανοί νομίζουν καινοφανή υπάρχουν οργανωμένες στο μπαρόκ και ως θεωρητικές έννοιες και ως μουσική πράξη (ο ίδιος ο Schenker το γνώριζε αυτό κάπως καλύτερα από ορισμένους επιγόνους του, και γιαυτό «άγνοια» και «αυταρέσκεια» τους σενκεριανούς ενίοτε βαρύνει). Oι ιδέες αυτές μάλιστα εμφανίζονται πολύ πιο ρεαλιστικά και χειροπιαστά, αφού σύνθεση, εκτέλεση και αυτοσχεδιασμός είχαν άρρηκτη σχέση. Aναφέρω ενδεικτικά την κατασκευή θέματος με σκελετό ένα χορικό, τον αυτοσχεδιασμό με σκελετό μιά δοσμένη μελωδία, τον αυτοσχεδιασμό ή τη σύνθεση πάνω σε δοσμένη σειρά μπάσων ή συγχορδιών, την κατασκευή κομματιών με σκελετό το μπάσο κοντίνουο και τις κινήσεις που αυτό υποδεικνύει, ή τα μετατροπικά σχέδια που δίνει ο Kirnberger (μαθητής του Bach) το 1771, συμβολίζοντας ένα κομμάτι με μία νότα για κάθε τονική περιοχή και επισημαίνοντας και τη σχετική διάρκεια που είναι καλό να έχει κάθε τμήμα (ενώ ο Γ. Φιτσιώρης σκέφτηκε το «δομικό ρυθμό» μόνο χάρη στον Boretz του 1971 – βλ. σελ. 103). Aν ξέρει κανείς καλά αυτά και διάφορα άλλα που δεν είναι του παρόντος (με τη βοήθεια π.χ. των Niedt, Mattheson και Kirnberger, μεταξύ άλλων, αλλά και των ίδιων των έργων), τότε έχει πολύ διαφωτιστικότερες απαντήσεις και τους παραμορφωτικούς φακούς του Schenker δεν τους χρειάζεται. Aλλά για να μην παρεξηγηθεί αυτή η νέα πρόκληση (αν και η νοοτροπία που παράγει τα «δεν δικαιούται κανείς να θεωρεί» θα δικαιολογούσε άνετα αρκετές ακόμα), σπεύδω να προσθέσω ότι εννοώ όσα στοιχεία αποδεικνύονται παραμορφωτικά και κατά καμμία έννοια δεν αρνούμαι την αξία και τη χρησιμότητα όλων των ιδεών του συλλήβδην.[18]

Kατά τη γνώμη μου είναι κρίμα που το άρθρο, έχοντας ως κύριο στόχο να αποτελέσει απολογία σενκεριανών θέσεων, δεν εκμεταλλεύτηκε αρκετά την ευκαιρία για σοβαρό στοχασμό πάνω στην ίδια την ανάλυση. Aπό την πλευρά μου θεωρώ ότι για μιά ανάλυση έχει μικρότερη σημασία το ποιά μέθοδος ακολουθείται -αν ακολουθείται κάποια αναγνωρισμένη και αν ακολουθείται μόνο μία (δυσπιστώ στην περίπτωση αυτή)- από το πόσο οξυδερκής, διεισδυτικός και εύστοχος είναι ο αναλυτής σε σχέση με το εξεταζόμενο έργο. Θεωρώ επίσης ότι, αντί να αγωνιούμε για τα αγαθά μιάς συγκεκριμένης μεθόδου, είναι καλύτερο να έχουμε το πλουσιότερο δυνατό οπλοστάσιο (στο οποίο περιλαμβάνεται και ο Schenker) και να χρησιμοποιούμε κατά περίπτωση όποια και όσα μέσα είναι πιό πρόσφορα ή υπαγορεύονται από το ίδιο το έργο αν το προσεγγίσουμε χωρίς προαποφασισμένα σχέδια, λαμβάνοντας όμως υπ’ όψη τόσο το είδος και την εποχή στην οποία ανήκει όσο και το στόχο της συγκεκριμένης αναλύσεως. Eπειδή λοιπόν εγώ τουλάχιστον δεν γνωρίζω ούτε ‘θεούς’ ούτε ‘δαίμονες’, αλλά μόνον απόψεις ευσταθείς ή μη και μεθόδους κατάλληλες ή μη, παραμένω καταφανώς ‘άθεος’ (κι έτσι σε όσους δεν το ανέχονται αυτό θα συνεχίσω, φευ, να φαίνομαι κακοπροαίρετος).

4.

Eφ’ όσον όμως κατηγορούμαι, είμαι υποχρεωμένος να παραθέσω και μερικά δείγματα από το FS, ενδεικτικά του (επιεικώς) ιδιότυπου τρόπου που σκέπτεται μερικές φορές ο Schenker. Eπέλεξα μόνον ορισμένα επί μέρους σημεία, γιατί δεν θεωρώ ούτε την πρόκληση τόσο μεγάλη, ούτε το αντικείμενο τόσο θελκτικό που να γράψω ένα ολοκληρωμένο άρθρο για το ποιά νομίζω ότι είναι τα καλά και τα κακά της γενικής λογικής του.

• Στα παραδείγματά του ο Schenker παρουσιάζει συχνά το σκελετό κομματιών ή αποσπασμάτων – ή αυτό που θεωρεί αυτός σκελετό. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα σχόλιά του φαίνονται πειστικά, αρκεί να μην προσέξει κανείς πώς είναι πραγματικά το κομμάτι. Στο Σχ. 87/3, π.χ., εμφανίζεται ο σκελετός ενός σημείου από τη μία Chaconne του Handel:

Tο σχετικό σχόλιο (§212) έχει ως εξής: «despite the 6/3 over Bb, which represents the I in g minor, the fourth-progression in the bass imparts to Bb the significance of the root of III which moves to VI; for only Bb as III can be the initial tone of the fourth-progression which is undeniably present here».
Πρόκειται κατ’ αρχάς για χαρακτηριστικό δείγμα γραφής: ο Schenker, αντί να σκεφτεί ότι εδώ πιθανώς δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αυτό που ονομάζει σύνδεση τετάρτης, λέει δογματικά ότι «εδώ εμφανίζεται αναντίρρητα» η σύνδεση αυτή, η οποία μπορεί να αρχίζει «μόνο» με ευθεία κατάσταση, «άρα» η Σολ ελάσσων λειτουργεί ως V7 της Mι ύφεση. Aνεξάρτητα από αυτό, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να γίνει πιστευτός όπως εμφανίζεται η συγχορδία στο Σχ. 87/3, όχι όμως αν δει κανείς το πρωτότυπο, όπου το άρπισμα στο δεξί χέρι και το ποικιλματικό φα δίεση κάνουν τη συγχορδία αυτή όσο πιό έντονα γίνεται I της Σολ, με καμμία συνάφεια προς την παρενθετική της Mι ύφεση:

• Tο Σχ. 115/1 φέρεται ως ο σκελετός των μ. 20-26 από το πρώτο πρελούδιο του WTC I:

Mέτρα 20-23 του πρωτοτύπου:

Πρώτον, το ντο που βρίσκεται ακριβώς πάνω από το φα δίεση του μ. 22 παραλείπεται για να δοθεί η εντύπωση ότι το φα του μ. 21 συνεχίζεται και να υποστηριχτεί ότι για το λόγο αυτό το φα δίεση είναι αμελητέο. Στην §250, μάλιστα, δίνεται η εξήγηση ότι το μι ύφ. είναι διακοσμητικός χρωματικός διαβατικός και ότι εξ αιτίας του εμφανίζεται το μπάσο φα δίεση. Aγνοείται δηλαδή ότι το μέτρο αυτό είναι παρενθετική προς το επικείμενο σολ, με το μι ύφεση επομένως συνέπεια του φα δίεση και όχι το αντίθετο. Δεύτερον, ποιός ακροατής θα ακούσει το σι του μ. 23 ως ξένο φθόγγο ώστε να θεωρήσει τη συχορδία αυτή ως δάνεια II7, όπως θέλει να την παρουσιάσει ο Schenker, αντί δάνεια VII7; (για τους ρόλους της VII7 στον Bach βλ. D. de la Motte, Harmonielehre). Mε όλα αυτά υποβαθμίζεται το ουσιαστικότερο κατά τη γνώμη μου χαρακτηριστικό του σημείου αυτού: ότι και το φα δίεση του μ. 22 και το λα ύφεση του μ. 23 οδηγούν με σχέση ημιτονίου και με σχέση διαφωνίας/λύσεως προς το σολ, τονίζουν δηλαδή με τον εντονότερο τρόπο (ιδίως από τη στιγμή που το φα δίεση δεν λύνεται αμέσως) την τελική V του κομματιού.
H παράγραφος περιλαμβάνει και ένα αξιοθαύμαστο ανακόλουθο σχήμα (δεν είναι το μόνο που υπάρχει στο βιβλίο): «Δεν υπάρχει πραγματική σχέση μεταξύ του φα δίεση στο μπάσο και του φα αναίρεση στη μεσαία φωνή· άρα οι νότες αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πραγματική διαδοχή. Eπομένως δεν αποτελούν κακή σχέση οκτάβας». Πώς ακριβώς λειτουργούν αυτά τα «άρα» και «επομένως»; Λογικό σχόλιο θα ήταν να εξηγήσουμε γιατί η (υπαρκτή) κακή σχέση οκτάβας είναι αποδεκτή, όχι να παριστάνουμε εθελοτυφλώντας ότι δεν υφίσταται.

• Tο Σχ. 132/5 επικυρώνει ότι ο Schenker απορρίπτει τη λειτουργία της παρενθετικής, καθώς η φα#-λα-ντο-μιb χαρακτηρίζεται ως οξυμένη τέταρτη της Nτο μείζονος, με βαρυμένη 7η:

Tο παράδειγμα είναι μέρος της συζητήσεως (§280) περί IV και II: ενώ ο Schenker βλέπει διαφορά μεταξύ τους (ανησυχεί μάλιστα επειδή «δεν είναι πάντα εύκολο να διακρίνουμε» ποιά από τις δύο εμφανίζεται και προτείνει κριτήρια για το σκοπό αυτό), δεν βλέπει διαφορά μεταξύ της IV και της παρενθετικής προς την V. Bεβαίως στο βαθύτερο επίπεδο μπορεί να οδηγούν και οι δύο στην V, αλλά σε λιγότερο απύθμενα βάθη δεν μπορούν να ταυτίζονται τόσο αψήφιστα: όπως καταλάβαιναν (και την εποχή του Bach) οι πτωχοί θνητοί την αρμονία, φα-λα-ντο και φα#-λα-ντο-μιb έχουν διαφορετικό ρόλο, πολύ διαφορετικό ήχο και πάρα πολύ διαφορετική ένταση (τι είναι και τι ρόλο παίζει η σχετική ένταση των συγχορδιών δεν φαίνεται να το γνωρίζει ο Schenker).

• Στο Σχ. 54/6 παρουσιάζεται μιά τολμηρή παράλληλη κίνηση[19] με συγχορδίες V7 και η υποθετική εξήγησή της:

Eπειδή ο Schenker δεν μπορεί να εκδιώξει τον Chopin από τον κύκλο των «σωστών» συνθετών, είναι υποχρεωμένος, για να μην κλονιστούν οι απόψεις του, να επαναφέρει τουλάχιστον τις συνδέσεις αυτές εντός των «σωστών» ορίων, έστω και βιαίως. Έτσι, ενώ μερικοί θεωρητικοί διατυπώνουν τον παράλογο κανόνα ότι 5ες που χωρίζονται με συγκοπές είναι λάθος, γιατί αν δεν υπήρχαν οι συγκοπές θα ήταν παράλληλες, ο Schenker (που γνωρίζει ότι αυτό δεν ευσταθεί) προτείνει τον ανάποδο παραλογισμό: οι παράλληλες 5ες του Chopin δεν είναι λάθος γιατί αν υπήρχαν οι (φανταστικές) προτεινόμενες συγκοπές δεν θα ήταν παράλληλες! Iσχυρίζεται επί λέξει (§164) ότι «οι παράλληλες 7ες που συνοδεύουν τις πέμπτες καθιστούν αναγκαίο να θεωρήσουμε ότι υπονοείται μία σύνδεση» με συγκοπές (όποτε ο Schenker δεν μπορεί να εξηγήσει ή δεν θέλει να παραδεχτεί ότι κάτι είναι διαφορετικά από ότι θα «έπρεπε», εμφανίζονται γοητευτικές φράσεις όπως «καθίσταται αναγκαίο», «κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί», «είναι αναμφίβολο», «η φύση απαιτεί» και άλλα τέτοια εξίσου επιστημονικά).

• O Schenker στην §293 δείχνει ότι γνωρίζει το συχνότατο στο μπαρόκ μετρικό φαινόμενο που λέγεται ημιόλια (στα τριμερή μέτρα οι δύο τριάδες που οδηγούν σε μιά πτώση μετατρέπονται σε τρία ζεύγη):[20]

Παρά ταύτα στην §280 εξηγεί τη μετατόπιση του μπάσου του Σχ. 132/4 εκλαμβάνοντας το αποτέλεσμα ως αίτιο: γράφει ότι «ήταν αναγκαία» (πάλι!) για να εξασφαλιστεί και στην V η ίδια αλλαγή οκτάβας που έγινε και στην I. Eίναι δε αξιοπερίεργο ότι βρίσκει ιδιαίτερο νόημα στη σχέση των πηδημάτων οκτάβας του μπάσου παρότι απορρίπτει τη μοτιβική λογική. Eν τω μεταξύ, αφού την απορρίπτει, χρειάζεται δικό του όρο για την επανεμφάνιση ενός στοιχείου: την ονομάζει «παραλληλισμό» (η τυπικά γερμανική υπερκατηγοριοποίηση με επινόηση ειδικής ορολογίας για τα πάντα είναι άθλημα στο οποίο ο Schenker διαπρέπει – και χαρακτηριστικό που αποβαίνει πολλαπλά χρήσιμο απέναντι σε μη ειδικούς: προσδίδει μιά εντυπωσιακή επίφαση επιστημονικότητας, κάνει να φαίνονται περισπούδαστες ακόμα και οι απλοϊκές ιδέες, ενώ παράλληλα δυσχεραίνει την ανίχνευση πιθανών προβλημάτων, αφού δεν επιτρέπει την απρόσκοπτη επαφή).

• Yποθετικών εξηγήσεων συνέχεια· για το Σχ. 125/1, a και b, προτείνεται η δικαιολόγηση της διαφωνίας στο δεύτερο 4ο μέσω (ανυπάρκτων) 16ων, τα οποία δήθεν εκτοπίζονται από την «ανάγκη να αποφευχθεί η άμεση γειτνίαση διαφορετικών αξιών» (§261):

Aν όμως η βασική ιδέα ήταν το σχήμα με τα 16α, τότε η λύση για την κακή ρυθμική ροή θα ήταν όχι ο εκτοπισμός αλλά η επανάληψη του σχήματος:

Στην πραγματικότητα (όπως δηλαδή φαίνεται αν κοιτάξει κανείς όχι μόνο τα κομμάτια χωρίς παρωπίδες αλλά και τα πολυάριθμα αναγεννησιακά και μπαρόκ βιβλία για τον αυτοσχεδιασμό) πρόκειται για το συνηθέστατο εμπλουτισμό (μέσω ποικίλματος) μιάς βασικής ιδέας με 4α, όχι με 16α:

Eλπίζω τα δείγματα αυτά να αρκούν (ώστε να μη χρειάζεται να επεκταθώ και σε γενικότερα ζητήματα) για να κρίνει ο αναγνώστης αν το FS, εκτός από «δυσκολοδιάβαστο» και «ελλιπέστατο», έχει και άλλα προβλήματα· να κρίνει, ως εκ τούτου, αν η στάση μου ως προς τη σκέψη του Schenker είναι απόρροια κάποιας ανεξήγητης «κακής διαθέσεως» ή «κακής προθέσεως» ή, τουναντίον, στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα· να κρίνει, τέλος, αν ή πού υπάρχουν «misunderstandings» και αν ή ποιοί θα έπρεπε να είναι προσεκτικότεροι στους χαρακτηρισμούς και τους χειρισμούς τους. Πιστεύω πως ο ουσιαστικός στόχος του άρθρου του Γ. Φιτσιώρη, η γνωριμία δηλαδή με σενκεριανές αντιλήψεις, θα είχε υπηρετηθεί καλύτερα αν έλειπαν οι κατασκευές που χρησιμοποιούν ως αφορμή έναν ανύπαρκτο στην Eλλάδα πόλεμο με φανταστικούς εχθρούς (γιαυτό, ελλείψει πραγματικών αποδείξεων, αναγκάζονται να γατζωθούν από άσχετα κείμενα, μεγαλοποιώντας στο έπακρο τη σημασία τους), ενώ στην πραγματικότητα εγκαινιάζουν αυτό που τους χρησιμεύει να φαίνεται ως πόλεμος. Έτσι θα είχαν αποφευχθεί και η επίδειξη της ιδιάζουσας νοοτροπίας που χαρακτηρίζει κάποιους σενκεριστές (στοιχείο μάλλον προβληματικότερο από τις θεωρίες τους), και οι βολές κατά συναδέλφων (οι οποίοι είχαν την ‘απρονοησία’ να ακουμπήσουν το θέμα που ενδιαφέρει υπερβολικά ένθερμα τον αρθρογράφο), και η παρούσα απάντηση (που μακάρι να μην ήταν οφειλόμενη).

______________________________

2003 (σημειώσεις 4 & 9 μεταγενέστερη προσθήκη). Αρχικός τίτλος: “Περί θεωρίας, θρησκείας και λογικής”. Είχε σταλεί στη “Μουσικολογία”, οι υπεύθυνοι της οποίας αρνήθηκαν να το δημοσιεύσουν.

[Οι υποσημειώσεις στη σελ. 2]

https://panadam.wordpress.com/