Ο Στραβίνσκυ για τους ερμηνευτές

«Με την καταγραφή της στο χαρτί ή την εγγραφή της στη μνήμη η μουσική υφίσταται ήδη πριν από την καθαυτό εκτέλεσή της. […]

Η ιδιότυπη αυτή φύση της μουσικής επηρεάζει αποφασιστικά την ίδια της τη ζωή όσο και τον κοινωνικό της αντίκτυπο, αφού προϋποθέτει δύο είδη μουσικού: τον δημιουργό και τον εκτελεστή. […]

Η τέχνη του θεάτρου, που απαιτεί τη σύνθεση ενός κειμένου και τη μετάφρασή του σε προφορική και οπτική γλώσσα, θέτει ένα παρόμοιο αν όχι απολύτως ταυτόσημο πρόβλημα. […]

Τη γλώσσα της μουσικής την περιορίζει αυστηρότατα ο τρόπος που καταγράφεται. Έτσι ο ηθοποιός του θεάτρου βρίσκει πως έχει πολύ μεγαλύτερα περιθώρια ως προς τον χρόνο και την εκφορά απ’ ό,τι ο τραγουδιστής, που είναι δέσμιος της ρυθμικής αγωγής και του μέλους.

Αυτή η δέσμευση, η συχνά άκρως ενοχλητική για την επιδειξιομανία ορισμένων σολίστ, βρίσκεται ακριβώς στην καρδιά του ερωτήματος […] περί του εκτελεστή και του ερμηνευτή.

Η ιδέα της ερμηνείας υποδηλώνει τους περιορισμούς που τίθενται στον εκτελεστή ή που θέτει ο εκτελεστής στον εαυτό του όταν επιτελεί τον πραγματικό του ρόλο, που είναι να μεταδώσει μουσική στον ακροατή.

Η ιδέα της εκτελέσεως υποδηλώνει την αυστηρή πραγμάτωση μιάς ρητής θελήσεως που δεν περιλαμβάνει τίποτα πέρα από όσα συγκεκριμένα επιτάσσει.

Η σύγκρουση αυτών των δύο αρχών -της εκτελέσεως και της ερμηνείας- είναι που αποτελεί τη ρίζα όλων των σφαλμάτων, όλων των αμαρτημάτων, όλων των παρεξηγήσεων που παρεισφρέουν μεταξύ του μουσικού έργου και του ακροατή και εμποδίζουν την πιστή μετάδοση του μηνύματός του. […]

Θεωρείται δεδομένο ότι ο εκτελεστής έχει μπροστά του ένα μουσικό κείμενο όπου η θέληση του συνθέτη είναι ρητή και συνάγεται εύκολα. […] Όμως, όσο επιμελημένη και να είναι η καταγραφή ενός κομματιού, […] πάντα περιλαμβάνει κρυφά στοιχεία που είναι αδύνατον να καθοριστούν. […] Έτσι η πραγματοποίηση αυτών των στοιχείων είναι θέμα εμπειρίας και διαισθήσεως – κοντολογής, θέμα ταλέντου του προσώπου που καλείται να παρουσιάσει τη μουσική.

Έτσι, σε αντίθεση με τον τεχνίτη των πλαστικών τεχνών, το τελειωμένο έργο του οποίου παρουσιάζεται στη θέα του κοινού με την ίδια πάντα μορφή, ο συνθέτης διατρέχει μεγάλο κίνδυνο κάθε φορά που παίζεται η μουσική του, καθώς κάθε φορά η επάρκεια της παρουσιάσεως του έργου του εξαρτάται από τους απρόβλεπτους και αστάθμητους παράγοντες που συναποτελούν τις αρετές της πιστότητας και της ταυτίσεως, χωρίς τις οποίες το έργο θα είναι άλλοτε αγνώριστο, άλλοτε αδρανές, και εν πάση περιπτώσει προδομένο.

Ανάμεσα στον νέτο σκέτο εκτελεστή και τον ερμηνευτή με την αυστηρή έννοια της λέξεως υπάρχει μιά συστατική διαφορά ηθικής μάλλον παρά αισθητικής τάξεως, διαφορά που αποτελεί συνειδησιακό ζήτημα: θεωρητικά, από τον απλό εκτελεστή μπορεί κανείς να απαιτεί μόνο τη μετάφραση της πάρτας του σε ήχο […] ενώ από τον ερμηνευτή έχει το δικαίωμα να αναμένει επιπλέον […] στοργική φροντίδα – το οποίο όμως δεν σημαίνει ανασύνθεση του έργου, είτε λάθρα είτε δεδηλωμένα.

Οι αμαρτίες κατά του πνεύματος ενός έργου πάντα αρχίζουν με αμαρτίες κατά του γράμματός του, και οδηγούν σε ατελείωτη αφροσύνη. […]

Εξαιρέσεις, μπορεί να πείτε. Οι κακοί ερμηνευτές δεν θα έπρεπε να μας κάνουν να ξεχνάμε τους καλούς. Συμφωνώ – σημειώνοντας όμως ότι οι κακοί είναι η πλειοψηφία και ότι οι βιρτουόζοι που υπηρετούν τη μουσική με πίστη και αφοσίωση είναι πολύ σπανιότεροι από αυτούς που […] βάζουν τη μουσική να υπηρετεί τους ίδιους. […]

Το να μιλάμε για ερμηνευτή σημαίνει να μιλάμε για μεταφραστή. Και δεν είναι άνευ αιτίας το ότι μιά γνωστή ιταλική παροιμία […] εξισώνει τη μετάφραση με προδοσία.

Οι μαέστροι, οι τραγουδιστές, οι πιανίστες, όλοι οι βιρτουόζοι θα έπρεπε να γνωρίζουν ή να ανακαλούν ότι η πρώτη προϋπόθεση που πρέπει να πληροί όποιος εποφθαλμιά τον επιβλητικό τίτλο του ερμηνευτή είναι να είναι πρώτα απ’ όλα άψογος εκτελεστής. Το μυστικό της τελειότητας βρίσκεται πάνω απ’ όλα στο να έχει συνείδηση του νόμου που του επιβάλλει το έργο που εκτελεί. […]

Η ωραία παρουσίαση […] απαιτεί απόλυτη εξοικείωση […] με το ύφος των έργων που του εμπιστεύονται, πολύ σίγουρο γούστο για τις εκφραστικές αξίες και τους περιορισμούς τους, και ασφαλή αίσθηση αυτών που μπορεί να θεωρούνται δεδομένα – εν ολίγοις, παιδεία όχι μόνο του αυτιού αλλά και του νου. […]

Ενώ όλες οι κοινωνικές δραστηριότητες ρυθμίζονται από κανόνες συμπεριφοράς και καλής ανατροφής, οι εκτελεστές στις περισσότερες περιπτώσεις δεν έχουν ακόμα συνείδηση στοιχειωδών αρχών μουσικής ευπρέπειας, καλής ανατροφής, ούτως ειπείν – ένα ζήτημα κοινής αξιοπρέπειας, που μπορεί να το μάθει και ένα παιδί…

Τα Πάθη κατά Ματθαίο του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ είναι γραμμένα για σύνολο μουσικής δωματίου. Η πρώτη εκτέλεσή τους, όταν ζούσε ο Μπαχ, πραγματοποιήθηκε τέλεια με μιά συνολική δύναμη τριαντατεσσάρων μουσικών, της χορωδίας και των σολίστ συμπεριλαμβανομένων. Αυτό είναι γνωστό. Παρά ταύτα στις μέρες μας δεν διστάζουν κάποιοι να παρουσιάσουν το έργο με εκατοντάδες εκτελεστών, αγνοώντας εντελώς την επιθυμία του συνθέτη. […] Αυτή η έλλειψη κατανοήσεως των υποχρεώσεων του ερμηνευτή […] προδίδει πλήρη έλλειψη μουσικής παιδείας. […]

Ένα έργο τέχνης δεν μπορεί να μείνει κλεισμένο στον εαυτό του. Από τη στιγμή που ολοκληρώνει το έργο του, ο δημιουργός αναπόφευκτα αισθάνεται την ανάγκη να μοιραστεί τη χαρά του. Απολύτως φυσικά επιζητά την επαφή με τον συνάνθρωπό του, στην περίπτωσή μας τον ακροατή […,] με τον εκτελεστή να δρα ως ενδιάμεσος. Εξ αυτού συνειδητοποιούμε πληρέστερα την ηθική ευθύνη του εκτελεστή.»

(Ήτοι, με δυό λόγια: δουλειά του ερμηνευτή είναι να υπηρετεί την πρόθεση του συνθέτη.)

___________________________

Igor Stravinsky, Poetics of Music (κεφ. 6), Harvard University Press 1942. Επιλογή αποσπασμάτων και μετάφραση Π. Αδάμ.
https://panadam.wordpress.com/