“Η θάλασσα είναι γεμάτη νερό. Είναι αδιανόητο.”

Satie Buste [ Σχέδιο για
προτομή του κ.

Ερίκ ΣΑΤΙ
(ζωγραφισμένο από τον ίδιο),
μαζί με μια σκέψη:
“ήρθα στον κόσμο
πολύ νέος σε μια
εποχή πολύ γερασμένη.”
]

s

Πρόσφατα ο πιανίστας Τίτος Γουβέλης τόλμησε ένα ιδιότυπο εγχείρημα, ενδιαφέρον και αξιοθαύμαστο ως διερεύνηση σωματικών και ψυχικών ορίων: να παίξει το Vexations του Erik Satie επί δεκαπέντε περίπου ώρες. Μαζί με τον Κώστα Λυγνό μας χάρισε και μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στο Ταρ. Διαβάστε επίσης το άρθρο του με τη δική του άποψη για το Vexations (άποψη με την οποία δεν συμφωνώ).

Το Vexations ήταν μια χειρόγραφη σελίδα, ανέκδοτη και άγνωστη μέχρι το 1949 που την ανέσυρε από την αφάνεια και την πρωτοδημοσίευσε ο John Cage – υπεύθυνος και για την πρώτη μαραθώνια εκτέλεση, το 1963. Ο Cage (η σκέψη του οποίου κινείται κάπου μεταξύ ζεν, νταντά και φιλοπαίγμονος αφέλειας) ασχολήθηκε με διάφορες ιδέες που επεκτείνουν, υποσκάπτουν ή και ακυρώνουν το τι παραδοσιακά σημαίνουν οι έννοιες συνθέτης, σύνθεση, εκτέλεση, ακρόαση, έργο, μουσική… (με γνωστότερη περίπτωση το περιβόητο “4.33”). Ήταν επομένως εύλογο να ενδιαφερθεί για το Vexations, και εύλογο να καλλιεργήσει την εντύπωση, που σε ορισμένους κύκλους φαίνεται να έχει γίνει πεποίθηση, ότι το κομμάτι «πρέπει, σύμφωνα με τις οδηγίες του συνθέτη, να επαναληφθεί 840 φορές» (όπως γράφεται στην εισαγωγή της συνέντευξης).

Το κείμενο που προτάσσει ο Satie έχει ως εξής:

Pour se jouer 840 fois de suite ce motif, il sera bon de se préparer au préalable, et dans le plus grand silence, par des immobilités sérieuses

[«Για να παίξει κανείς 840 φορές στη σειρά το μοτίβο αυτό, καλό θα ήταν να προετοιμαστεί προηγουμένως, και σε βαθύτατη σιωπή, με σοβαρές ακινησίες» – αν και, όπως θα φανεί, η πρέπουσα μετάφραση θα ήταν στη γλώσσα του Ροΐδη.]

Κατ’ αρχάς, η φράση είναι ασαφής: σημαίνει όντως ότι το κομμάτι πρέπει να παιχτεί 840 φορές, ή σημαίνει τι να κάνουμε αν θέλουμε να το παίξουμε 840 φορές;

Η ουσία όμως δεν είναι αυτή. Για την ουσία, χρειάζεται να δει κανείς περισσότερα σχετικά με την όλη στάση του Satie και σχετικά με το ίδιο το κομμάτι.

s

Ο Satie (1866–1925) ήταν ένας ιδιόρρυθμος άνθρωπος, με ακόρεστη διάθεση για ειρωνεία, σαρκασμό των πάντων, και κάθε είδους παραδοξολογία. Έχει κάνει και γράψει πάμπολλα που προβλέπουν το νταντά και τον σουρρεαλισμό, και γι’αυτό έγινε γνώριμος, φίλος, ή και συνεργάτης με αρκετούς πρωτεργάτες των κινημάτων αυτών αλλά και της τότε Γαλλικής πρωτοπορίας γενικότερα (Tristan Tzara, Francis Picabia, Marcel Duchamp, Man Ray, Jean Cocteau, René Char, Pablo Picasso, Georges Braque, Claude Debussy, Igor Stravinsky κ.ά.).

Ενδεικτικά:

Το 1892 ανακοίνωσε εντύπως την πρεμιέρα του “Le bâtard de Tristan”, αντιβαγκνερικής όπερας που ουδέποτε γράφτηκε ή παρουσιάστηκε.

Το 1893 ίδρυσε την “Eglise Métropolitaine d’Art de Jésus Conducteur”, Εκκλησία στην οποία βεβαίως εκτός από ιδρυτής ήταν εκδότης του περιοδικού της, χοράρχης και μοναδικό μέλος.

Έφτιαξε, με τη δική του έξοχη καλλιγραφία, διάφορες αγγελίες για πώληση φανταστικών κτιρίων, μέσων μεταφοράς κ.ά. Για παράδειγμα: «Γωνιά χαμένη σε βαλτωμένο αδιέξοδο: παλαιά κατεστραμμένη καλύβα εξ ολοκλήρου από μαντέμι (12ος αι.)· αυλή, κήπος και παλαιοί τοίχοι υπό κατάρρευση. Για μάγο.»

Μία από τις συλλογές κειμένων του έχει τον τίτλο “Cahiers d’un mammifère” [Τετράδια ενός θηλαστικού] και μιά άλλη “Mémoires d’un amnésique” [Απομνημονεύματα ενός αμνησιακού].

s

Μερικοί τίτλοι έργων:

Παλιά φλουριά και παλιές πανοπλίες

Δηλητηριώδη εμπόδια

Γρανιτικοί πανικοί

Αποξηραμένα έμβρυα

Με Ένδυμα Ιππασίας

Το Ονειροπόλο Ψάρι

Πράγματα που βλέπουμε προς τα δεξιά και τα αριστερά (χωρίς γυαλιά)

Γνήσια πλαδαρά πρελούδια (για σκύλο)

Τρία κομμάτια σε μορφή αχλαδιού
[σημειωτέον ότι τα κομμάτια δεν είναι τρία…]

s

Μερικά αποσπάσματα κειμένων του (από το βιβλιαράκι Ερίκ Σατί: Εκτός Ήχου, σε μετάφραση Μαρίας Ευσταθιάδη, εκδ. Καστανιώτη 1990):

Για να ξεδώσω λίγο, μου’ρθε η ιδέα να μετρήσω αργά -με τα δάχτυλά μου- από το ένα ως το διακόσιες εξήντα χιλιάδες.
Το έκανα, αλλά έπληξα τρομερά. Σηκώθηκα, πήρα ένα μαγικό καρύδι και το έβαλα προσεκτικά σε μια κοκάλινη κασετίνα (από αλπακά) στολισμένη με εφτά διαμάντια.
Αμέσως τότε πέταξε από μέσα ένα ταριχευμένο πουλί, ένας σκελετός πιθήκου το’βαλε στα πόδια και το δέρμα μιας γουρούνας σκαρφάλωσε στον τοίχο.

Πρέπει επίσης ν’ αγοράσετε έναν μετρονόμο….
και…. να μην είναι πολύ ώριμος,….
….
….Να είναι κρεατωμένος….
….
στρουμπουλούλης….
….
….
…. Να δουλεύει σωστά…. Γιατί υπάρχουν μετρονόμοι…. που δουλεύουν στραβά,…. σαν τρελοί…
…. Υπάρχουν μάλιστα, και κάτι άλλοι… που… δεν δουλεύουν καθόλου…..
…. Αυτοί δεν είναι καλοί μετρονόμοι….

Ο καλλιτέχνης πρέπει να προγραμματίζει τη ζωή του. Ιδού το ακριβές πρόγραμμα των καθημερινών μου δραστηριοτήτων:
‘Εγερση: στις 7.18· έμπνευση: από τις 10.23 ως τις 11.47. Γευματίζω στις 12.11 και σηκώνομαι από το τραπέζι στις 12.14.
Σωτήριος περίπατος με άλογο στο πάρκο μου, από τις 13.19 ως τις 14.53. Νέα έμπνευση από τις 15.12 ως τις 16.07.
Ασχολίες διάφορες (ξιφομαχία, στοχασμοί, ακινησία, επισκέψεις, διαλογισμός, ασκήσεις δεξιοτεχνίας, κολύμπι κτλ.) από τις 16.21 ως τις 18.47.
[…]
Πηγαίνω για ύπνο στις 22.37 ακριβώς. Μια φορά τη βδομάδα -κάθε Τρίτη- πετάγομαι ξαφνικά απ’ το κρεβάτι στις 3.19.
[…]
Το κρεβάτι μου είναι στρογγυλό και έχει μια τρύπα για να περνάω το κεφάλι μου. Ένας υπηρέτης μου παίρνει συνεχώς τη θερμοκρασία και μου δίνει μια άλλη.

Έδωσα, πέρσι, πολλές διαλέξεις για τη «Νοημοσύνη και τη Μουσικότητα» των Ζώων.
Σήμερα θα σας μιλήσω για τη Νοημοσύνη και τη Μουσικότητα των Κριτικών. Είναι περίπου το ίδιο θέμα, με κάποιες παραλλαγές, εννοείται.
[…]
Υπάρχουν τρία είδη κριτικών: αυτοί που είναι σπουδαίοι, αυτοί που είναι λιγότερο σπουδαίοι, αυτοί που δεν είναι καθόλου σπουδαίοι. Τα δύο τελευταία είδη δεν υπάρχουν: όλοι οι κριτικοί είναι σπουδαίοι.
[…]
Το μυαλό του κριτικού είναι ένα κατάστημα, ένα πολυκατάστημα. Βρίσκει κανείς τα πάντα: ορθοπεδικά, επιστήμες, λινοσκεπάσματα, τέχνες, ταξιδιωτικές κουβέρτες, μεγάλη ποικιλία ειδών οικιακής χρήσεως, επιστολόχαρτα εγχώρια και ξένα, είδη καπνιστού, γάντια, ομπρέλες, μάλλινα, καπέλα, αθλητικά, μπαστούνια, οπτικά, καλλυντικά κτλ. Ο κριτικός ξέρει τα πάντα, βλέπει τα πάντα, λέει τα πάντα, ακούει τα πάντα, αγγίζει τα πάντα, μετακινεί τα πάντα, τρώει τα πάντα, συγχέει τα πάντα και βέβαια σκέφτεται τα πάντα.
[…]
Πώς όμως φτάνει σ’ αυτή την περίοπτη θέση και γίνεται φάρος και τελωνοφύλακας;
Με την αξία του, τη γεωργική και την προσωπική του αξία.
[…]
Ο Διευθυντής μιας εφημερίδας, μιας επιθεώρησης, ενός περιοδικού ανακαλύπτει εκείνον τον κριτικό που είναι αναγκαίος για τη σωστή συγκρότηση της συντακτικής επιτροπής. […] Και οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν όλα τα δυνατά τεχνάσματα. Στο τέλος, ο Διευθυντής είναι ο νικημένος. Έτσι συνήθως συμβαίνει όταν ο κριτικός είναι από καλή ράτσα και σωστά εκπαιδευμένος. Ο κριτικός αφομοιώνει και εν συνεχεία αποβάλλει τον Διευθυντή.

s

Ανάμεσα στους στόχους των βελών του Satie ήταν κάθε τι το συμβατικό και ακαδημαϊκό στη μουσική, αλλά και στη μουσική εκπαίδευση. Έχει διακωμωδήσει την κλασική σονάτα, με τη “Γραφειοκρατική Σονατίνα” του: παρωδία σονάτας Clementi, όπου όλες οι φιγούρες συνοδεύονται από επεξηγήσεις, π.χ. «αγαπά μια ωραία κομψοτάτη κυρία, αγαπά επίσης τη μολυβοθήκη του», «σκέπτεται την προαγωγή του – ίσως πάρει αύξηση χωρίς να χρειάζεται προαγωγή – την επόμενη σαιζόν λογαριάζει να μετακομίσει – έχει βάλει στο μάτι ένα διαμέρισμα – αν βέβαια πάρει την προαγωγή ή την αύξηση», «σιγοτραγουδάει έναν παλιό περουβιανό σκοπό που έμαθε από έναν κωφάλαλο», «κάπου κοντά ένα πιάνο παίζει Clementi – τι θλιμμένο που είναι – τολμά να χορέψει βαλς (αυτός, όχι το πιάνο)». Έχει διακωμωδήσει τη φούγκα, με διάφορες παρωδίες φούγκας (τρίτο μέρος των “Aperçus désagréables”, “Fugue litanique” και “Fugue de papier” στο “En Habit de Cheval”, “Fugue a tâtons” στο “Choses vues à droite et à gauche”, κ.ά.). Έχει διακωμωδήσει ακόμα και τις υποδείξεις τέμπο, χαρακτήρα κτλ., γράφοντας σοβαροφανείς υποδείξεις στα λατινικά στο “Véritables préludes flasques” ή γράφοντας υποδείξεις όπως «σχετικά αργά, εάν δεν έχετε αντίρρηση» (στο “Croquis et Agaceries d’un Gros Bonhomme en Bois”), «χωρίς να κοκκινίσει το δάχτυλο» (στο ίδιο έργο), «με το χέρι στη συνείδηση» (στο “Choses vues à droite et à gauche”), «σαν αηδόνι με πονόδοντο» (στο “Embryons desséchés”), «βαρύ σα γουρούνα» και «ελαφρύ σαν αυγό» (στο “Descriptions Automatiques” – σημειωτέον ότι το δέον όπως παιχτεί ελαφρύ σαν αυγό είναι ff crescendo με οκτάβες στα μπάσα), ή «μη φάτε πολύ» (στο “Pièces Froides” – σημειωτέον ότι στο ίδιο έργο υπάρχει και η φράση «σε βαθύτατη σιωπή» που εμφανίζεται και στο Vexations).

s

Πώς είναι λοιπόν το Vexations (η παρτιτούρα του οποίου είναι μια άσκηση παραλογισμού από κάθε άποψη);
[Πατήστε για το χειρόγραφο και τη μεταγραφή του]

Πάνω-πάνω υπάρχει η σημείωση για τις 840 φορές. Ακολουθούν δύο τρίφωνα τμήματα και μια μονόφωνη Coda. Το τμήμα Α είναι μια ανούσια περιπλανώμενη σειρά συγχορδιών (όλες, εκτός από δύο, ελαττωμένες σε πρώτη αναστροφή), χωρίς τονικότητα, χωρίς μελωδικό, ρυθμικό ή αρμονικό ενδιαφέρον. Γραμμένη με αφύσικες εναρμόνιες επιλογές για διαδοχικές νότες (π.χ. ντο – ρε δίεση – σολ ύφεση – ντο δίεση, αντί ντο – μι ύφεση – σολ ύφεση – ρε ύφεση), που φτάνουν μέχρι στο να γραφεί ένα ανιόν ημιτόνιο ως σι διπλή ύφεση – λα δίεση. Το τμήμα Β είναι οι ίδιες συγχορδίες, με το ίδιο μπάσο, απλώς με ανεστραμμένες τις δύο πάνω φωνές.

H Coda είναι το ίδιο μπάσο μόνο του, με την επιγραφή “Θέμα”, το σημάδι για coda, και την υπόδειξη «στο σημάδι αυτό, θα παιχτεί ως είθισται το θέμα του μπάσου». Υπόδειξη διπλά παράλογη – αφενός γιατί στερείται νοήματος η έκφραση «ως είθισται» για ένα κομμάτι που δεν ακολουθεί κάποιο γνωστό πρότυπο (στην καλύτερη περίπτωση παρωδεί τη μορφή θέμα με παραλλαγές), αφετέρου γιατί το σημάδι εμφανίζεται στην αρχή του Α, στην αρχή του Β, και στο τέλος του Β: επομένως ο Satie (παρότι ένδειξη tempo βάζει στο Α, ως πραγματικά είθισται στις αρχές κομματιών) φαίνεται να ζητά να παιχτεί η Coda όχι μόνο μετά το Α και το Β αλλά και πριν από το Α.

Οπότε τι ακριβώς σημαίνει η φράση «840 φορές στη σειρά το μοτίβο αυτό»; C-A-C-B-C 840 φορές; Ή C-A-C-B-C-A-C-B-C- κ.ο.κ.; Ή A-C-B-C 840 φορές, αφού το Α φαίνεται να είναι η αρχή; Ή μήπως 840 φορές με κάθε φορά οποιοδήποτε από τα τρία τμήματα;

Ως προς την υφή και το ρυθμό, το Vexations θυμίζει χορικό. Το χορικό είναι ένα είδος που έχει χρησιμοποιήσει κατ’ επανάληψη ο Satie, ως ωδειακό αντικείμενο σπουδών που αξίζει διακωμώδηση και χρησιμεύει για να ενοχληθούν οι καθώς πρέπει: “Douze petits chorals” (1906-1908), χορικό στα “Aperçus désagréables”, δύο χορικά στο “En Habit de Cheval”, “Choral hypocrite” στο “Choses vues à droite et à gauche”, χορικό στην αρχή του “Parade”, “Choral inappétissant” στην αρχή των “Sports et divertissements”. Το σχόλιο του Satie για το τελευταίο είναι αποκαλυπτικό:

Άνοστο Χορικό: Για τους ρυτιδιασμένους και τους αποβλακωμένους έχω προσθέσει ένα χορικό, σοβαρό και κατάλληλο. Χρησιμεύει ως ένα είδος στυφού πρελούδιου. Μια εισαγωγή αυστηρή και χωρίς επιπολαιότητες. Του έχω βάλει όλα όσα γνωρίζω για την ανία. Αφιερώνω αυτό το χορικό σε όσους ήδη με αντιπαθούν, και αποχωρώ.

Ο Satie απεχθανόταν τα “σοβαρά” έργα της γερμανικής παράδοσης (για το ποιά απόχρωση είχε για αυτόν η σοβαρότητα, βλ. π.χ. τη φράση «η εξωτερική εμφάνιση του κριτικού είναι σοβαρή, θυμίζει κοντραμπάσο»), πίστευε πως ήταν μεγάλο σφάλμα να κάνει ένας συνθέτης το ακροατήριο να βαρεθεί, και έλεγε χαρακτηριστικά ότι θεωρούσε ανεπίτρεπτο να καταναλώνει ένας συνθέτης περισσότερο χρόνο του κοινού του από τον απολύτως απαραίτητο. «Υπάρχουν πολλοί τρόποι να είναι κανείς σοβαρός:…”, γράφει· «…Η αυστηρότητα, είναι ένας τρόπος,… η πλήξη, ένας άλλος….»

s

Μετά από όλα αυτά, είναι μάλλον φανερό το πόσο κυριολεκτική μπορεί να είναι η περί 840 επαναλήψεων “οδηγία” του Satie.

Περίπου όσο και η σημείωσή του στα “Embryons desséchés” ότι το παράθεμα από το Πένθιμο Εμβατήριο του Chopin είναι «από τη γνωστή μαζούρκα του Schubert». Ή όσο η σημείωσή του στο Υποκριτικό Χορικό των “Choses vues à droite et à gauche”: «τα χορικά μου είναι ισάξια με του Μπαχ, με την εξής διαφορά, ότι είναι περισσότερον εξαιρετικά και ολιγότερον φαντασμένα».

Ή όσο η ακόλουθη φράση του:

«Πριν γράψω ένα έργο, περπατώ γύρω του πολλές φορές, συνοδευόμενος από τον εαυτό μου.»

s

Satie Songe
[ Ο κύριος Σαντί εις την οικίαν του
Σκέπτεται ]

s

Ως υστερόγραφο, όμως, ας θυμηθούμε πώς μπορεί να είναι ο Satie όταν δεν επιδίδεται στα παραπάνω. (Ή, ίσως, γιατί επιδίδεται στα παραπάνω…)

s


s

…… Οι Κριτικοί με παρουσιάζουν ως αστείον …
………..
…..Δεν είναι αλήθεια …..
……….
…Δεν είμαι αστείος ,…
…….ούτε επιθυμώ να είμαι ….
…………
…………..
…Ένας θλιμμένος είμαι ,….
… ένας μελαγχολικός ,….
….. ένας “που κλαίει“__
__ σαν την ιτιά __
κι αυτό εμένα μου αρκεί ….
…….

____________________
Μάιος 2010. Αρχική δημοσίευση στο ηλ. περιοδικό Ταρ, εδώ με μερικές μικροτροποποιήσεις.
https://panadam.wordpress.com/