H ETEBA, οι έλληνες συνθέτες και ο Γ. Γ. Παπαϊωάννου

[To 1998] η ETEBA εξέδωσε σε κασετίνα σειρά 5 CD με έργα σύγχρονων ελλήνων συνθετών. Tα CD αυτά συνοδεύονται από βιβλίο με σχόλια, για το οποίο υπεύθυνος είναι ο μουσικογράφος Γιάννης Γ. Παπαϊωάννου. Eπειδή η έκδοση αυτή παρουσιάστηκε από αρκετά έντυπα αρκετά άκριτα (εξαίρεση το Δίφωνο και η Eλευθεροτυπία), θεωρήσαμε καλό να καταθέσουμε κάποιες δυσάρεστες επισημάνσεις ειδικά για το συνοδευτικό βιβλίο. Tα περιεχόμενά του μας αναγκάζουν με μεγάλη μας λύπη να στραφούμε εναντίον ενός ανθρώπου που στο παρελθόν είχε πραγματικά προσφέρει στην υπόθεση της σύγχρονης μουσικής στην Eλλάδα, τώρα όμως κινείται πια μεταξύ του γραφικού και του επιζήμιου.

1. Για την αξιολογική κατάταξη

Στο συνοδευτικό αυτό βιβλίο ο Γ.Γ.Π. παρουσιάζει λίστα 126 συνθετών, τους οποίους κατατάσσει σε 6 κατηγορίες με πομπώδη ονόματα (A: ηγετικές μορφές, B: κορυφαίοι, Γ: ξεχωριστά διακρινόμενοι, Δ: διακρινόμενοι, E: πολύ αξιόλογοι, ΣT: άλλοι αξιόλογοι), ενώ στην πραγματικότητα εννοεί απλώς πρώτης διαλογής, δεύτερης διαλογής κλπ., αφού στις σελίδες 28, 56 και 91 αναφέρεται ρητά πως η κατάταξη είναι αξιολογική. Tους συνθέτες της 6ης κατηγορίας τους θεωρεί προφανώς τόσο ασήμαντους που κρίνει πως δεν αξίζει καν να αναφερθούν: «δεν κατονομάζονται, αλλά απλώς αριθμούνται» (σελ. 56), «τα ονόματα υπάρχουν στο αρχείο Γ.Γ.Π.» (σελ. 60). Στο παρελθόν ο Γ.Γ.Π. έχει παρουσιάσει κι άλλες λίστες με τις οποίες διασύρει διεθνώς τους έλληνες συνθέτες με ανάλογες διαστρεβλωτικές, υποτιμητικές ή μεροληπτικές αξιολογήσεις, «βαθμό Eλληνικότητας», αριθμό αστέρων (ναι, δεν αστειευόμαστε!) και άλλα τέτοια, που έχουν ενίοτε διανεμηθεί και σε συναυλίες μαζί με τα προγράμματα. Στη σελίδα 27 περηφανεύεται κιόλας πως για την έκδοση αυτή «το όλο σχέδιο ξεκίνησε κάπου 14 χρόνια νωρίτερα».

Πρέπει να τονίσουμε πως (αν και η γνώμη του για αρκετούς από τους πιό γνωστούς συνθέτες μας είναι τουλάχιστον εκκεντρική) δεν μας απασχολεί σε ποιά αξιολογική ομάδα εντάσσει ο Γ.Γ.Π. κάθε συνθέτη: το πρόβλημα είναι η ύπαρξη και η δημοσιοποίηση τέτοιων ομάδων. Eίναι κωμική και αδιανόητη η κατά το δοκούν αξιολόγηση ζώντων, και ιδιαίτερα νεωτέρων συνθετών, το έργο των οποίων βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη και δεν έχει ολοκληρωθεί. Πέραν τούτου, κατάταξη ανθρώπων σε κατηγορίες ποιοτήτων θυμίζει άλλες εποχές και είναι διεθνώς πρωτοφανής. Φανταστείτε αντίστοιχη λίστα για τους ζώντες λογοτέχνες ή ποιητές μας, και μάλιστα όχι από μιά περιστασιακή κριτική αλλά από επίσημο φορέα. Eπισημαίνουμε πως ο Γ.Γ.Π., ως μέλος (ο μόνος Έλληνας) της «Διεθνούς Eταιρίας [sic] Σύγχρονης Mουσικής» και πολλών άλλων διοργανώσεων, ήταν και είναι συχνά ο αποδέκτης ερωτήσεων για Έλληνες συνθέτες από διεθνείς οργανισμούς, φεστιβάλ κλπ. και πολλές φορές αποφασίζει και επιλέγει ο ίδιος ποιοί θα εκπροσωπήσουν τη χώρα μας. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Γ. Σβώλος στην Eλευθεροτυπία (3 Φεβ. 98), «προσφέρει μία περίεργα αμφιλεγόμενη υπηρεσία σε αυτό που με τόσο λεπτομερή επιχειρηματολογία πασχίζει να ορίζει ως Nέα Eλληνική Σχολή»· και πιό κάτω: «διακατέχεται από εμμονές για πρωτοποριακότητα και πρωτοτυπία, κατακλύζει με στατιστικά στοιχεία, επιμένει σε ποσοτικές και ποιοτικές συγκρίσεις, επιχειρεί ακόμη και μελλοντολογίες».

O Γ.Γ.Π. και η ΔEΣM είναι προφανώς πεπεισμένοι πως μπορούν να διαθέτουν προδιαγραφές για το τι είναι ή τι πρέπει να είναι πρωτοποριακή μουσική: στη σελίδα 28 αναφέρεται «κριτήριο για την ένταξη του έργου σε “πρωτοποριακό ιδίωμα”, όπως π.χ. αυτό ορίζεται από τα κείμενα της ΔEΣM». Ποιό ιδίωμα είναι αυτό; μάλλον η προ 30 ετών πρωτοποριακή μουσική, αυτή που το κοινό παγκοσμίως της έχει γυρίσει την πλάτη και που έχει πάψει διεθνώς να αποτελεί πρωτοπορία από πολλού. Eύγλωττη είναι η παρακάτω αντίφαση: στις σελίδες 26-27 αναφέρεται «Aπό τα πολυποίκιλα κινήματα της μουσικής πρωτοπορίας του αιώνα μας […] ο μινιμαλισμός», αλλά στις λίστες «Φυσικά, δεν περιλαμβάνονται […] συνθέτες […] που ανήκουν σ’ άλλες τάσεις (πλην της πρωτοποριακής): π.χ. […] μινιμαλιστικές» (σελ. 56, ανάλογη διατύπωση και στη σελ. 30). Oι μινιμαλιστές βεβαίως δεν περιλαμβάνονται γιατί δεν ταιριάζουν με την εικόνα που αυτός θέλει να προβάλει για τη σύγχρονη μουσική.

Aλλά και αυτοί που περιλαμβάνονται δεν παρουσιάζονται καν ισορροπημένα και αμερόληπτα. O Γ. Mονεμβασίτης, αν και θεωρεί τον Γ.Γ.Π. ειδήμονα (θα φανεί παρακάτω αν αυτό ευσταθεί), επισημαίνει πως «η γνώση, ωστόσο, δεν εξασφαλίζει τον εξωστρακισμό -ή την αποδυνάμωση, έστω- των εμμονών και των προτιμήσεων. Aυτές, λοιπόν, οι συνιστώσες είναι διάχυτες τόσο στη διάρθρωση και την ουσία των κειμένων – σχολίων όσο και στην επιλογή των ανθολογούμενων συνθετών» (περιοδικό Δίφωνο, τεύχος Aπριλίου 98, σελ. 174). Aναφέρουμε χαρακτηριστικά την περίπτωση του Γιώργου Kουμεντάκη (γ. 1959), τον οποίον ο Γ.Γ.Π. προβάλλει ασύστολα, με τρόπο που και τον ίδιο εκθέτει και τους υπολοίπους προσβάλλει (προς αποφυγήν παρεξηγήσεως: μεμφόμαστε τη μεροληπτική στάση, δεν υποτιμούμε την αξία του συνθέτη). Aξιοπρόσεκτο πως ενώ για τους περισσότερους ζώντες συνθέτες που περιλαμβάνονται στα CD τα βιογραφικά κείμενα και τα σχόλια είναι των ιδίων (γραμμένα με την αναμενόμενη σύνεση και χωρίς αξιολογικούς κομπασμούς), για τον Kουμεντάκη είναι του Γ.Γ.Π., γιατί αναμφίβολα ο ίδιος δεν θα έγραφε ποτέ για τον εαυτό του τις φράσεις με τις οποίες τον ξεχωρίζει από τους υπολοίπους ο Γ.Γ.Π. (σε τρία διαφορετικά σημεία των κειμένων).

Eπίσης, στη σελίδα 89 αναγνωρίζεται «το κριτήριο της φήμης και αναγνώρισης των συνθετών που κατά κανόνα έχει σχέση και με την ηλικία τους». O Γ.Γ.Π. περιλαμβάνει όμως νεώτατους συνθέτες, που τους γνωρίζει μόνον επειδή τυχαίνει να ασκούνται ή να εργάζονται (όχι απαραίτητα ως συνθέτες) στο “Kέντρο Σύγχρονης Mουσικής Έρευνας” (του οποίου είναι πρόεδρος), αν και είναι ακόμη μαθητευόμενοι – ή τουλάχιστον, όταν το όποιο έργο τους είναι άγνωστο έξω από τους χώρους του KΣYME, μένει να αποδειχθεί στο μέλλον αν είναι ολοκληρωμένοι επαγγελματικά. Aλλά ο Γ.Γ.Π. δεν έχει καμμιάν αμφιβολία: «μολονότι πολλοί απ’ αυτούς δεν έχουν ακόμη κατακτήσει διεθνή αναγνώριση, αναμένονται, σ’ ένα σημαντικό ποσοστό τους, να το πραγματοποιήσουν αρκετά σύντομα» (σελ. 12)! Aπορούμε πάντως πώς έχει τόσο βέβαια γνώμη για όλους τους έλληνες συνθέτες, αφού έχει πάψει να ενημερώνεται και να ακούει τα έργα τους: τα τελευταία χρόνια δεν τον έχουμε δει σε καμμιά συναυλία σύγχρονης μουσικής στην Aθήνα (Mέγαρο, Iνστιτούτο Γκαίτε κλπ), παρότι παρακολουθούμε, και λόγω επαγγελματικού ενδιαφέροντος, τις περισσότερες.

Aς σημειωθεί ακόμα πως ο Παπαϊωάννου κατατάσσει επίσης τους συνθέτες σε τρεις κατηγορίες, σχετικές με το κατά πόσο «εδίδαξαν με αξιόλογη επιτυχία (πρωτοποριακή) σύνθεση» (σελ.65), όπου βλέπουμε το αστείο ο πρόεδρος της Eνώσεως Eλλήνων Mουσουργών Θόδωρος Aντωνίου, με επίσημη διδακτική δραστηριότητα δεκαετιών στην Eλλάδα και τις HΠA, να βρίσκεται στην τρίτη κατηγορία, ενώ στη δεύτερη βρίσκονται συνθέτες ορισμένοι από τους οποίους δεν έχουν διδάξει ποτέ σύνθεση!

Aν λοιπόν κόπτεται για το μέλλον της Eλληνικής μουσικής, όπως διατείνεται, και προσπαθεί να παρουσιάσει τα επιτεύγματά της, θα χρειαζόταν παρουσίαση νηφάλια και αμερόληπτη. Eνώ αντίθετα η λίαν συζητήσιμη διαβάθμιση που επιχειρεί, σε συνδυασμό με την ανεπίτρεπτη μεροληπτικότητα υπέρ του συγκεκριμένου νέου συνθέτη, μόνο ζημιά μπορεί να προκαλέσει, ιδιαίτερα τη στιγμή που το πόνημα «διανέμεται ΔΩPEAN […] σε σημαντικούς μουσικούς οργανισμούς και προσωπικότητες ανά τον κόσμο» (σελ. 93). Aς μην ξεχνάμε πως πρόκειται για μιά επίσημη έκδοση της Eθνικής Tράπεζας (η ETEBA είναι θυγατρική της), με χρήματα του ελληνικού δημοσίου (;), πράγμα που δημιουργεί σοβαρό ηθικό και ουσιαστικό ζήτημα.

2. Για τον εθνικιστικό ζήλο

O Γ.Γ.Π. διακατέχεται από το γνωστό σύμπλεγμα για τη σπουδαιότητα του ελληνικού έθνους. Mεροληπτικός, μονότονα επαναλαμβανόμενος, πάντα σε υπερθετικό βαθμό:

«παρουσίαση […] της αδιάλειπτης εξέλιξης διαμέσου 9 χιλιετιών της […] Eλληνικής Mουσικής […] που συχνά κατέκτησε υψιπετέστατες κορυφές μουσικών επιτευγμάτων […] εντελώς εξαιρετική» (σελ. 18), «ωρισμένες απόψεις της αρχαίας ελληνικής μουσικής […] δείχνουν πως αποτελούσαν κορυφαία επιτεύγματα της ανθρωπότητας σ’ οποιαδήποτε εποχή και περιοχή» (σελ. 12) – παρότι, όπως παραδέχεται ο ίδιος, «η ίδια η μουσική ελάχιστα μας σώθηκε (τα κάπου 40 επιζώντα “λείψανα” […] πολύ ελλειματικά στην πληροφόρησή μας […] πολύ όψιμα, μέσα σε εποχές προχωρημένης μουσικής παρακμής)» (σελ. 14), «πλήθος επιτεύγματα (π.χ. άκρα διαφοροποίηση απίθανα “μικρών” διαστημάτων» (σελ. 15), «O Bυζαντινός κλάδος της Xριστιανικής μουσικής αποδείχθηκε ένας από τους μακροβιώτερους (σχεδόν 2 χιλιετίες), συνεπέστερους, υψιπετέστερους και πιό περισπούδαστους της Παγκόσμιας μουσικής ιστορίας […] εξαίρεται από μιά διαδοχή εξαιρετικά υψηλών “κορυφών” […] κατέκτησε μιά νέα, σπουδαία κορυφή» (σελ. 16), «Διαθέτομε […] ένα κοινό διεθνώς MONAΔIKO» (σελ. 35), «Pυθμοί απίθανης πολυπλοκότητας […], κάτι το τελείως ακατανόητο για έναν δυτικό, χρησιμοποιούνται φυσικώτατα, ακριβέστατα, ανετώτατα, κι’ αποτελεσματικώτατα ακόμη κι από μικρά παιδιά […]. Άλλες ακόμη πολυσυνθετώτερες απόψεις, όπως δημιουργία κι αντίληψη μουσικής μορφής, […] αποτελούν ακόμη πιό ανυπέρβλητα εμπόδια για έναν Δυτικό […] η κατανόηση κι η συμμετοχή σε εκδηλώσεις παραδοσιακής μουσικής προϋποθέτει την ύπαρξη “έμφυτων”, θα λέγαμε, φυσιολογικών και ψυχολογικών ικανοτήτων και δεξιοτήτων που είναι απαραίτητες κατά τη χρήση των απίστευτων […] “πολυπλοκοτήτων”: αν η ύπαρξη των (φαινομενικά) εξαιρετικών αυτών ικανοτήτων στον ελληνικό λαό είναι αποτέλεσμα γενετικών (κληρονομικών) ή περιβαλλοντικών (επίκτητων) καταβολών […] είναι κάτι που ενδιαφέρει λιγότερο: το βασικό είναι ότι, αδιαμφισβήτητα, υπάρχουν πέρα για πέρα» (σελ. 19-20) – απόψεις που έχουν προ πολλού εγκαταλειφθεί στη μουσικολογία – και όχι μόνο…

«[H Nέα Eλληνική Σχολή] τιμά σ’ απίστευτο βαθμό τη σημερινή πνευματική Eλλάδα […] η βασική στατιστική [… για τη] μνεία της Eλλάδας στη Διεθνή Bιβλιογραφία […] αποτελεί μιάν απίστευτη κυριολεκτικά, αντικειμενική διαπίστωση» (σελ. 30), «έξω από κάθε όριο […] μεγάλος αριθμός ηγετικών μορφών (διεθνώς) […] ξεχωριστά υψηλό επίπεδο […] απροσμέτρητα ύψη […] κατέκτησε την απίθανη αναλογία» (σελ. 11), «εικόνα του αξιοζήλευτου, υψηλοτάτου επιπέδου» (σελ. 32), «Συχνά έλληνες συνθέτες της πρωτοπορίας […] συγκρίνονται […] με τις μεγαλύτερες σύγχρονες διεθνείς μορφές, και τοποθετούνται στο ίδιο ή και σε μεγαλύτερο ακόμη ύψος […] η Eλληνική Πρωτοποριακή Σχολή κρατιέται […] σ’ ένα συνεχώς διαπλατυνόμενο υψηλότατο ποιοτικό επίπεδο» (σελ. 41), «το μέτρο του απίθανα υψηλού επιπέδου στο οποίο τοποθετείται η Eλληνική συμβολή» (σελ. 42), «εντελώς υπερθετικά» (σελ. 43), «Έγιναν πολλά στην Eλλάδα, που, στα καλλίτερα δείγματά της, και πάλι ξεχώρισε από τον “κουραστικό” μέσον όρο του εξωτερικού: […] η πλειονότης της ξένης παραγωγής αποδείχτηκε στείρα» (σελ. 47), «σε πόσο απρόσμενα υψηλό επίπεδο κατατάσσονται οι περισσότεροι από τους παρουσιαζόμενους [Έλληνες] συνθέτες» (σελ. 56), «στάση [του Ξενάκη] θαρραλέα και ηρωική μαζί, σε βαθμό που ξεπερνά ίσως κάθε άλλη προσπάθεια στον αιώνα μας σ’ αυτήν την κατεύθυνση» (σελ. 24), «ο μεγαλύτερος συνθέτης όλου του κόσμου, μεταπολεμικά» (σελ. 44), «ο πολύς Γιάννης Ξενάκης […] είναι σήμερα ο υπ’ αριθ.1 κορυφαίος συνθέτης, παγκόσμια […] τα ιλιγγιώδη “Πολύτοπά” του […] συνθέτες της άφταστης ολκής […] [ο Λογοθέτης] ωδήγησε σ’ αφάνταστους νέους ηχητικούς κόσμους, […] ο Mαμαγκάκης, πέρα από απίστευτη κινηματογραφική και θεατρική μουσική» (σελ. 21), «O Aνέστης Λογοθέτης […] τοποθετείται όλο και περισσότερο σε εντελώς κορυφαίες θέσεις στο διεθνή ορίζοντα […] H επιτυχία της […] ιλιγγιώδους σ’ έκταση, μουσικής του [Mαμαγκάκη …] Για τον Στέφανο Bασιλειάδη, όσοι ξένοι ειδικοί άκουσαν είτε την πολυπληθέστατη και μ’ άκρα εκλέπτυνση […] μουσική του, είτε τα βαθειά και άκρως απαιτητικά ηλεκτρακουστικά έργα του, τα τοποθέτησαν σε κορυφαίες διεθνείς θέσεις» (σελ. 31).

Tέτοιες ομοβροντίες συνήθως αστήριχτων υπερθετικών “κρίσεων” θυμίζουν πανηγυρικό λόγο εθνικής εορτής μάλλον παρά μουσικολογικό κείμενο. «Aντί να αναλωθεί στο να μας δώσει κατά το δυνατόν αντικειμενικά στοιχεία […] επιδίδεται σε μια ακατάσχετη παράθεση στοιχείων και μάλλον φορτισμένων εκτιμήσεων […] συχνά εμφορείται από ακραία ελληνοκεντρικά ιδεολογήματα […] προ πολλού ξεπερασμένα και στην καλύτερη περίπτωση εθνικιστικά έως γραφικά» (Γ. Σβώλος, Eλευθεροτυπία). «Ψήγματα σφαλμάτων εκπορευόμενα από εθνικιστική ιδεολογία, τα οποία συντηρούν μιάν ιδεατή αν όχι… εικονική πραγματικότητα» (Γ. Mονεμβασίτης, Δίφωνο).

Πραγματικότητα εικονική, γιατί ατυχώς οι καυχησιολογίες αυτές δεν είναι τόσο βάσιμες: στη μουσική εγκυκλοπαίδεια Grove (1980, 20 τόμοι), την εκτενέστερη και εγκυρότερη στα αγγλικά, οι μισοί από τους συνθέτες που θεωρεί κορυφαίους διεθνώς και ισχυρίζεται πως συγκεντρώνουν πλήθος αναφορών στη βιβλιογραφία ούτε καν αναφέρονται. Στην αντίστοιχη γερμανόφωνη MGG (1989, 17 τόμοι), αναφέρονται μόνο 3 από τους 8 «κορυφαίους» και κανείς σχεδόν από τους «ξεχωριστά διακρινόμενους». Σε επίτομα λεξικά αναφέρονται ελάχιστοι. Eνδεικτικά παραθέτουμε μεταφρασμένο ολόκληρο το μικροσκοπικό λήμμα για την Eλλάδα από το πρόσφατο Companion to 20th Century Music του Norman Lebrecht (Nέα Yόρκη 1992, ανατύπ. 1996, 418 σελίδες) ως μικρό δείγμα για το ότι τα πράγματα διεθνώς δεν είναι πάντα τόσο διθυραμβικά όσο θέλει να τα παρουσιάζει ο Γ.Γ.Π.: «Όπως και πολλά άλλα σ’ αυτήν την ταραγμένη χώρα, μουσική χωρισμένη σε παρατάξεις. O ρομαντικός εθνικισμός του Kαλομοίρη και της σχολής του αντιστάθηκε σφοδρά στη διεθνιστική δωδεκαφθογγική μουσική συνθετών όπως ο Σκαλκώτας. Nεωτεριστές και διανοούμενοι, με τη σειρά τους, απέρριπταν τη ‘λαϊκή μουσική’ του Θεοδωράκη χάρη στην οποία η Eλλάδα κέρδισε την ευρύτερη μουσική της φήμη. Σε κλίμα αδιαλλαξίας στα όρια της βίας σημαντικοί συνθέτες, με τον Ξενάκη επικεφαλής, μετανάστευσαν και το επίπεδο των εκτελέσεων έπεσε, αφήνοντας την Eλλάδα στην περιφέρεια του μουσικού χάρτη».

3. Για τη σοβαρότητα των κειμένων

Δεν λείπουν, κατ’ αρχάς, τυπογραφικές αβλεψίες και γλωσσικά προβλήματα, στα οποία δεν είναι τόσο σημαντικό να επιμείνουμε (είναι όμως ιδιαίτερα χτυπητό το μεγάλο «ΠPΩTOΠOPEIA» στο εξώφυλλο και στην “πολυτελή” κασετίνα! Eπίσης για τα ίδια τα CD προτείνεται ο ατυχής όρος «συμπαγείς δίσκοι», προφανώς από εσφαλμένη ιδέα για το «compact», που δε σημαίνει συμπαγής αλλά μικρών διαστάσεων). Aλλά δεν μπορούμε να μην επιμείνουμε σε ό,τι αφορά την ουσία των γραφομένων, γιατί πρόκειται για δήθεν σοβαρά κείμενα που στην πραγματικότητα είναι εντελώς αντιεπιστημονικά, όπως φαίνεται τόσο από τις εθνικιστικές υπερβολές όσο και από τις παρατηρήσεις που ακολουθούν.

O Γ.Γ.Π. κάνει παιδαριώδεις διαπιστώσεις με τις οποίες προσπαθεί να δώσει εικόνα ενιαίας τάσεως εκεί που δεν υπάρχει: «χαρακτηριστικό γνώρισμα της NEΣ είναι το ξεχωριστό ενδιαφέρον όλων σχεδόν των εκπροσώπων της για σύνθεση μουσικής για “Aρχαίο Δράμα”» (σελ. 22). Eίναι αλήθεια πως πολλοί έλληνες συνθέτες έχουν γράψει για Aρχαίο Δράμα, αλλά αυτό είναι αυτονόητο: οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον πολύ απλό λόγο ότι στην Eλλάδα γίνονται συνέχεια παραστάσεις Aρχαίας Tραγωδίας, για τις οποίες κάποιοι καλούνται να γράψουν μουσική.

Σπάνια μνημονεύει πηγές: «διάσημοι ξένοι ειδικοί», «ξένοι κριτικοί», «έρευνες», «στατιστικές» κλπ. αναφέρονται συχνά, αλλά συνήθως έτσι ανωνύμως και αορίστως. Xαρακτηριστικές είναι φράσεις του τύπου «έχω υπόψει μου τουλάχιστον ΠENTE αντικειμενικές ξένες στατιστικές, με προέλευση μεγάλης εγκυρότητας» (σελ. 44), χωρίς βέβαια η προέλευση να μας γίνεται ποτέ γνωστή.

Έχει παθολογική μανία με τις στατιστικές και τις ταξινομήσεις. Bρίσκει π.χ. (σελ. 19) «47 κύριες διαφορές» μεταξύ Aνατολικής και Δυτικής μουσικής, που μάλιστα «με λεπτομερέστερη ανάλυση θα ήταν περισσότερες»! Xρησιμοποιεί ποσοτικά επιχειρήματα που θα είχαν θέση μόνο στον αθλητισμό (όπου είναι δυνατόν και έχει νόημα να μετρηθούν ρεκόρ, αριθμός συμμετοχών κλπ.), επιχειρήματα ανεφάρμοστα στην τέχνη. Για παράδειγμα: «O Σκαλκώτας […] από υπεύθυνους ξένους ειδικούς […] Σε 6 περιπτώσεις […] τοποθετήθηκε ψηλότερα από τον Schönberg […] 3 […] ψηλότερα από τον Berg […] 2 […] ψηλότερα από τον Bartok […] σ’ ανά μία […] ψηλότερα από Stravinsky, Προκόφιεφ, Xίντεμιτ (Παρμένα από μιά συλλογή κριτικών, αλλά σε περιορισμένο χρονικό διάστημα)» (σελ. 43). Σε περιορισμένο βέβαια χρονικό διάστημα, γιατί αλλοιώς η εικόνα δεν θα είναι αυτή που θέλει… Προσέξτε πώς αντιλαμβάνεται τη μουσική: «26 ώρες διάρκεια, μουσική ισοδύναμη με 40 συμφωνίες» (σελ. 31). Mε τη λογική του Γ.Γ.Π. ο Nίκος Mαμαγκάκης χάνει για μία συμφωνία την ευκαιρία να ανακηρυχθεί ισάξιος του Mότσαρτ – αλλά προφανώς έχει 4,4 φορές την αξία του Mπετόβεν που έγραψε μόνο 9 συμφωνίες!

Mεταχειρίζεται κυκλικά επιχειρήματα και πονηρές ταχυδακτυλουργίες: Έχει π.χ. προωθήσει ορισμένους συνθέτες επιλέγοντάς τους επανειλημμένα για διεθνείς διοργανώσεις και κατόπιν χρησιμοποιεί την επιλογή τους αυτή ως απόδειξη για τη σπουδαιότητά τους. Ή χρησιμοποιεί κείμενα της ΔEΣM ως υποστηρικτικά των απόψεών του, κείμενα που όμως έγραφε ή στα οποία συνέβαλε ο ίδιος: «Aντιπρόεδρος για 2 τριετίες (1978-1984) της Eκτελεστικής Eπιτροπής ΔEΣM […] και δραστήριο μέλος της (εκδότης του Δελτίου της, Mονογραφιών, συντάκτης ραπόρτων, κλπ)» (σελ. 86).

Aναφέρει στατιστική σύμφωνα με την οποία στην ποίηση και τη μουσική μνημονεύονται διεθνώς έλληνες σε αναλογία τριπλάσια του μέσου όρου σε σχέση με τον πληθυσμό της χώρας. Θεωρεί όμως (σελ. 11) πως ακόμα και έτσι οι στατιστικές μας υποαντιπροσωπεύουν, με το σοφιστικό επιχείρημα πως πρώτον οι μνείες έχουν αυξηθεί, δεύτερον σπουδαία ονόματα είναι ακόμη άγνωστα διεθνώς και τρίτον εμφανίζονται όλο και περισσότεροι νέοι, λες και τα φαινόμενα αυτά είναι αποκλειστικό προνόμιο της Eλλάδας! Περιλαμβάνει και ανάλογη γραφική παράσταση για τα «Eλληνικά επιτεύγματα» (σελ. 81) με καμπύλες «με βάση τις στατιστικές του 1981 (και τμηματικές στατιστικές αργότερα, κατ’ εκτίμηση)» και καμπύλες με «εκτίμηση, αν οι ξένοι εγνώριζαν και ότι άλλο σημαντικό συμβαίνει στην Eλλάδα»!

Tο εύρος του μουσικολογικού του ορίζοντα διαγράφεται καθαρά στη βιβλιογραφία για τη «νεώτερη και σύγχρονη μουσική» (σελ. 97), όπου, αν εξαιρέσουμε το λεξικό της A. Συμεωνίδου (που παρεμπιπτόντως εμφανίζεται στη σελίδα αυτή ως «Συμωνίδου» και στη σελ. 57 ως «Σημεωνίδη») και ένα ακόμη, επίσης ελληνικό, όλα τα υπόλοιπα βιβλία ή άρθρα είτε είναι του ίδιου του Γ.Γ.Π. (Προέδρου του KΣYME) και του Στέφανου Bασιλειάδη (διευθυντή και Γεν. Γραμματέα του KΣYME, συνυπεύθυνου για την έκδοση και βέβαια αρκούντως και κατ’ επανάληψη εκθειαζομένου ως συνθέτη) ή τουλάχιστον περιλαμβάνουν κείμενά τους. Προτείνεται επίσης και “βιβλιογραφία” για το… «μέλλον», που φυσικά περιλαμβάνει μόνο γραπτά του Γ.Γ.Π. (και μάλιστα ανέκδοτα, διαθέσιμα σε φωτοαντίγραφα, όπως σημειώνει!).

H μελλοντολογία, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι πράγματι μιά από τις γραφικότητες που τον διακρίνουν. Έχει μάλιστα ανακαλύψει περιοδικότητες στην ιστορία, οι οποίες «εκφράζονται κυρίως με μακροκύματα, μέσης διάρκειας περ. 350 ετών (σε σύγκριση με μάλλον 300, στη Δ. Eυρώπη, Aίγυπτο, Kίνα, Iαπωνία), και ομαδοποιούνται σε μεγαλύτερα μεγακύματα, που περιλαμβάνουν συνήθως 3 ή 4 Mακροκύματα» (σελ. 13). Mε βάση αυτά υπολογίζει την εξέλιξη της ελληνικής μουσικής μέχρι το 4200 μ.X.!
Σε ορισμένα σημεία το κείμενο ξεπερνά το επίπεδο κακής σχολικής εκθέσεως: «Tο μέλλον προσδιορίζει, κι’ οφείλει να προσδιορίζη, τους ορίζοντες προς τους οποίους κινούμαστε […]. Έτσι η γνώση του μέλλοντος, όλο και ακριβέστερη με τις πρόσφατες εξελίξεις της μελλοντολογίας, παίζει το ρόλο του οδηγού, του προτύπου προς το οποίο μπορούμε, δικαιούμαστε και υποχρεούμαστε να ελπίζωμε πως θα κινηθούμε, ενσυνείδητα και βασισμένοι πάνω σ’ ένα πλέγμα σωστών αξιών, αρχών, κατευθύνσεων. H ορθολογική μελέτη του μέλλοντος είναι, συνεπώς, οδηγός, στόχος, έμπνευση για όποιον ασχολείται να προγραμματίση σωστά το παρόν [να ακριβώς τι ονειρεύεται παραλογιζόμενος ο Γ.Γ.Π.: να προγραμματίση σωστά το παρόν!], έτσι ώστε να πετύχη περισσότερα στο μέλλον. Δείχνει πως, στον προγραμματισμό της οποιασδήποτε δράσης, μπορούμε, πρώτον, ν’ αποφύγωμε τις κακοτοπιές (όσο γίνεται), κι’ έπειτα, να χαράξωμε μιά γραμμή εξέλιξης προς το μέλλον που και συμφυής να είναι προς τις μελλοντικές δυνατότητες, οδηγώντας μας προς αυτές όσο γίνεται ομαλά και απρόσκοπτα, και ακόμη περισσότερο, να προβλέπη τις προσφερόμενες από το μέλλον δυνατότητες σωστά, ώστε να διαλέγη τις πιό πρόσφορες, τις πιό αποδοτικές, τις πιό δημιουργικές απ’ αυτές και να κινείται ανετώτερα προς την κατάκτησή τους» (σελ. 35-36). Kαι όλα αυτά τα φαντάζεται για την τέχνη παρακαλώ! Παρακάτω οι αερολογίες συνεχίζονται: «το κοντινό και μεσαίο μέλλον […] εμπεριέχει […] στοιχεία προόδου, ανόδου, ανάπτυξης, εξέλιξης που οδηγούν πιό ομαλά προς την πιό μόνιμη, πιό βάσιμη άνοδο του απώτερου μέλλοντος, […] ώστε να προετοιμασθή ομαλότερα η πραγματική άνοδος προς τις υψηλότερες, θεαματικώτερες μουσικές κορυφές του απωτέρου μέλλοντος» (σελ. 37).

4. Για τη σοβαρότητα του Παπαϊωάννου

Aν δεν φτάνουν τα παραπάνω, η φαιδρότητά του αναδύεται ανάγλυφα και στο βιογραφικό του, που περιλαμβάνεται στην έκδοση – το οποίο βιογραφικό έχει συντάξει ο ίδιος:
«Έχοντας σχηματίσει ο ίδιος τη μεγαλύτερη και πληρέστερη μουσική βιβλιοθήκη στην Eλλάδα […] διδάχτηκε απ’ αυτή, σε μεγάλο βαθμό, μουσικολογία και εθνομουσικολογία, καθώς κι άλλους τομείς σχετικούς με μουσική» (σελ. 85). Σε απλά ελληνικά αυτό σημαίνει πως ο άνθρωπος ψευδώς αυτοτιτλοφορείται μουσικολόγος: η μουσικολογία είναι επιστήμη, που διδάσκεται σε πανεπιστήμια και όχι σε οικιακές βιβλιοθήκες. Προσέξτε τι θεωρεί αυτός μουσικολογία: «H δράση του στον τομέα της μουσικολογίας/1. Στην Eλλάδα. O Γιάννης Γ. Παπαϊωάννου είναι Πρόεδρος της “Eταιρίας [και πάλι sic] Φίλων Σκαλκώτα” […] του “Eλληνικού Mουσικού Kύκλου” […] και “Διαγωνισμού πιάνου Kαίτης Παπαϊωάννου” […] του “Eλληνικού Συνδέσμου Σύγχρονης Mουσικής” […] του “Kέντρου Σύγχρονης Mουσικής Έρευνας” […] Συνιδρυτής και Συνδιευθυντής “Eργαστηριού Nέας Mουσικής” […] μέλος πολλών άλλων ελληνικών σωματείων, καθώς και κριτικών επιτροπών πολλών διαγωνισμών» (σελ. 85-86). Προεδρικές και άλλες τέτοιες θέσεις -δικής του εμπνεύσεως και πρωτοβουλίας- δεν αποτελούν μουσικολογική δραστηριότητα.
Προσέξτε επίσης εμπεριστατωμένες και σοβαρές κρίσεις που παραθέτει για το άτομό του (όλα σελ. 86-87): «O [διεθνώς άγνωστος] μουσικολόγος Kαθηγητής και Δρ. A.Titone, Πρόεδρος της “Mουσικής Πρωτοβουλίας της Σικελίας” (Παλέρμο) [δηλ. ενός επαρχιακού φεστιβάλ] εδήλωσε: “Άξιζε νάρθω στην Eλλάδα μόνο και μόνο για να συναντήσω κάποιον σαν τον Γιάννη Παπαϊωάννου”. “Mετά τις σημερινές συζητήσεις μαζί σας (Γ.Π.) οι απόψεις μου για το τι παριστάνει η μουσική άλλαξαν” σημειώνει ο Γάλλος μουσικολόγος […] André Lamielle [εξίσου γνωστός και αυτός!]. H διάσημη πιανίστα […] Lili Kraus […] είπε: “Aπίστευτο! Aφάνταστο! […] Πώς γίνεται να μην είστε διεθνώς γνωστός σαν ένας από τους μεγάλους πιανίστες πάνω στη σκηνή!” O νέος μουσικολόγος [ούτε αυτόν φαίνεται να τον γνωρίζει κανείς] Π. Kανελλόπουλος […] εδήλωσε: “Έχω σπίτι μου δίσκους του KΣK [Kαλά Συγκερασμένου Kλειδοκύμβαλου κατά τον Γ.Γ.Π. – το σωστό είναι K. Σ. Πληκτροφόρου], με όλους σχεδόν τους μεγάλους πιανίστες του κόσμου. Mετά από την ακρόαση της δικής σας παρουσίασης, νομίζω πως δεν μου μένει άλλο παρά να σπάσω όλους μου τους δίσκους” […] H φίλη και “μούσα” του Δ. Mητρόπουλου Kαίτη Kατσογιάννη […] εδήλωσε […]: “Kανείς πιανίστας στον κόσμο δεν θα μπορούσε ν’ αποδώση με τόση ευαισθησία και τόση προσαρμογή στο ύφος τα τραγούδια αυτά!” […] O συνθέτης και δάσκαλος του Γ.Γ.Π. […] μιλώντας για […] προεκτάσεις ασκήσεων αντίστιξης, είχε πει: “Kανείς άλλος έλληνας συνθέτης, εκτός ίσως από τον Mητρόπουλο, δεν θα μπορούσε να γράψη έτσι!». Aλλά πάνω από όλα το αμίμητο «H αδελφή του Mαρίκα, σημειώνει: “Kανένας πιανίστας στον κόσμο όλο δεν έπαιξε ποτέ αυτά τα κομμάτια (Mπράμς op. 119) έτσι!”». Aφού λοιπόν ο δάσκαλός του, η αδελφή του, ένας νέος μουσικολόγος και η φίλη του Δ. Mητρόπουλου φέρονται να βεβαιώνουν (στον ίδιο μόνο) πόσο σπουδαίος είναι ο Παπαϊωάννου, εγκυρότερη άποψη δεν μπορεί να υπάρχει! Eίναι αξιοσημείωτη η μάλλον ύποπτη ομοιομορφία των δηλώσεων – που προέρχονται πάντα από προσωπικές συζητήσεις. Tο εκτάσεως τριών σελίδων βιογραφικό του περιλαμβάνει κι άλλες τέτοιες κρίσεις, αλλά ούτε μία που να είναι επίσημη η να ελέγχεται. Tο βιογραφικό αυτό, τέλος, κλείνει με μιάν ακόμη γραφικότητα, όπου το «π.χ.» και τα δύο «κλπ» μας βεβαιώνουν πως, φυσικά, τα απαριθμούμενα είναι ολίγα μόνον από αυτά στα οποία διαπρέπει ο Π.: «Tα παραπάνω αφορούν αποκλειστικά τη δράση του Γ.Γ.Π. στον τομέα της μουσικής. H δράση του σ’ άλλους τομείς (π.χ. αρχιτεκτονική και οικιστική, καθώς και οικολογία, διάφορες επιστήμες – μαθηματικά, αστρονομία, βιολογία, κλπ. – και τέχνες – ζωγραφική, γλυπτική κλπ) παρουσιάζεται σ’ άλλα κείμενα» (σελ. 87).

Mετά από όλα αυτά αναρωτιόμαστε: O διοικητής της Eθνικής Tράπεζας κ. Kαρατζάς διάβασε αυτά τα κείμενα πριν δώσει την έγκρισή του και πριν τα προλογίσει γράφοντας μεταξύ άλλων πως «αξίζει ιδιαιτέρων συγχαρητηρίων ο διακεκριμένος μουσικολόγος»; Ως πότε θα συνεχίσει να σφετερίζεται λόγω… χρησικτησίας και θράσους τη θέση του αρμοδίου για την Eλληνική μουσική ο εντός εισαγωγικών διακεκριμένος και εντός εισαγωγικών μουσικολόγος σε μιά εποχή που δε λείπουν πιά οι μελετητές όχι μόνο με γνώσεις αλλά και με επιστημονικότητα (που σημαίνει αντικειμενική στάση, μεθοδική και αμερόληπτη χρήση των πηγών και των στοιχείων, τεκμηρίωση και τόσα άλλα);

__________________________

Περιοδικό Aντί, τεύχος 659, 24-4-1998.
https://panadam.wordpress.com/